ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΟ 21ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ – Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ. ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ – ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ. ΟΙ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΓΧΩΡΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ


0
(0)

 

  1. Στο διάστηµα που µεσολάβησε από το 20ό Συνέδριο του Κόµµατος, οξύνθηκε η βασική αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας, ενισχύθηκε η ανισοµετρία ανάµεσα στα καπιταλιστικά κράτη.

Διευρύνεται αντικειµενικά το χάσµα ανάµεσα στον πλούτο που συγκεντρώνεται σε µεγάλους επιχειρηµατικούς οµίλους και τη σχετική και απόλυτη φτώχεια την οποία βιώνει η πλειοψηφία των εργαζοµένων.

Οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες, που παρουσιάζονται ως «4η βιοµηχανική επανάσταση», αντί να απελευθερώνουν τους εργαζόµενους, αντί να αξιοποιούνται για τη διευρυνόµενη ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, γίνονται στα χέρια του κεφαλαίου εργαλείο για ένταση της εκµετάλλευσης.

Μια σειρά από στοιχεία βεβαιώνουν την αύξηση ορισµένων εκδηλώσεων του παρασιτισµού του συστήµατος (ναρκωτικά, πορνεία, εγκληµατικότητα κ.ά.).

Τα προηγούµενα χρόνια αναδείχτηκαν ιδιαίτερα οι αρνητικές επιπτώσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο περιβάλλον.

Οι ιµπεριαλιστικές συγκρούσεις και οι πόλεµοι ενίσχυσαν τις προσφυγικές ροές.

Όλες αυτές οι εξελίξεις πιστοποιούν ότι ο καπιταλισµός είναι ένα σύστηµα ιστορικά ξεπερασµένο, επιβεβαιώνουν ότι, παρά τον αρνητικό συσχετισµό δυνάµεων, η εποχή µας είναι εποχή περάσµατος από τον καπιταλισµό στον σοσιαλισµό – κοµµουνισµό.

Η εκδήλωση της νέας βαθιάς διεθνούς οικονοµικής κρίσης και η φανερή αδυναµία των δηµόσιων συστηµάτων Υγείας στην αντιµετώπιση της πανδηµίας στα ιµπεριαλιστικά κέντρα φωτίζουν τη σήψη και τις οξύτατες αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήµατος, παρά την επέκτασή του µετά τη νίκη της αντεπανάστασης στα τέλη του 20ού αιώνα.

Η αύξηση της µακρόχρονης ανεργίας και του βαθµού εκµετάλλευσης της εργατικής τάξης, η ενίσχυση της τάσης σχετικής και απόλυτης εξαθλίωσης, η αδυναµία αξιοποίησης των σύγχρονων επιστηµονικών δυνατοτήτων προστασίας της υγείας των λαϊκών δυνάµεων, των µορφωτικών αναγκών τους κ.ά., αναδεικνύουν την όξυνση της βασικής αντίθεσης ανάµεσα στο κεφάλαιο και την εργασία και γενικότερα του συνόλου των κοινωνικών αντιθέσεων.

Στο έδαφος της νέας διεθνούς κρίσης δυναµώνει ο ανταγωνισµός µεταξύ ιµπεριαλιστικών συµµαχιών, αλλά και µεταξύ καπιταλιστικών κρατών στο εσωτερικό των συµµαχιών, για τον έλεγχο των αγορών, των ενεργειακών πηγών και των δρόµων µεταφοράς, διαµορφώνοντας εστίες κινδύνου πολεµικής αναµέτρησης από την Ανατολική Μεσόγειο, την Αφρική, τη ΝΑ Ασία έως την Αρκτική.

Τα χρόνια που πέρασαν έγινε φανερό ότι συσσωρεύεται δυσαρέσκεια που πολλές φορές εκφράζεται µε ξεσπάσµατα λαϊκής οργής και αγανάκτησης ακόµα και σε ισχυρά καπιταλιστικά κράτη. Ως τέτοια µπορούµε να σηµειώσουµε τις απεργίες και κινητοποιήσεις ενάντια στην πολιτική Μακρόν, στη Γαλλία, τις διαδηλώσεις µε αφορµή τη δολοφονία του Φλόιντ, στις ΗΠΑ. Στο βαθµό, βεβαίως, που δεν υπάρχει συγκροτηµένο κοµµουνιστικό κόµµα, εργατικό –ταξικά προσανατολισµένο κίνηµα– κυριαρχούν ο αποπροσανατολισµός και η ενσωµάτωση σε ανταγωνιζόµενους σχεδιασµούς τµηµάτων της αστικής τάξης. Αυτοί οι ανταγωνισµοί εκφράστηκαν και πρόσφατα µε την υποκινούµενη από δυνάµεις του Ντ. Τραµπ εισβολή στο Καπιτώλιο της Ουάσιγκτον, µε αφορµή την κυβερνητική εναλλαγή στις ΗΠΑ. Η λεγόµενη «επιστροφή στην οµαλότητα» δεν πρόκειται να αντιµετωπίσει αυτούς τους ανταγωνισµούς, ούτε πολύ περισσότερο τα οξυµένα προβλήµατα που βιώνουν τόσο ο αµερικανικός λαός όσο και οι λαοί όλου του κόσµου, εξαιτίας της πολιτικής διαχρονικά όλων των κυβερνήσεων των ΗΠΑ, Ρεπουµπλικανών και Δηµοκρατικών. Παρ’ όλα αυτά, οι λαϊκές κινητοποιήσεις σε µια σειρά καπιταλιστικά κράτη δεν πρέπει να υποτιµηθούν ως στοιχεία που φανερώνουν δυνατότητες για την ανάπτυξη του εργατικού – λαϊκού κινήµατος στο µέλλον.

 

 

Η ΝΕΑ ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

 

  1. Το 2020 εκδηλώθηκε µε σχετικό συγχρονισµό η νέα διεθνής οικονοµική κρίση, που παρουσιάζει πολύ µεγαλύτερο βάθος από την προηγούµενη του 2008 – 2009, το µεγαλύτερο µεταπολεµικά.

Στις αστικές αναλύσεις προβάλλεται ως βασική αιτία της η αντιµετώπιση της πανδηµίας του κορονοϊού (µε µέτρα γενικού ή περιορισµένου lockdown), η οποία πράγµατι οδήγησε σε απότοµη περιστολή παραγωγικών, µεταφορικών και άλλων οικονοµικών δραστηριοτήτων. Ασφαλώς η πανδηµία έπαιξε ρόλο στον χρόνο και στο βάθος εκδήλωσης της κρίσης, όµως δεν ήταν η αιτία της. Λειτούργησε σαν καταλύτης, σαν ένα πρόσθετο χειρόφρενο στην κίνηση της διεθνούς οικονοµίας που είχε ήδη επιβραδυνθεί.

Η επιβράδυνση που εµφανίστηκε ήδη το 2019 ανέδειξε το µεγάλο µέγεθος υπερσυσσωρευµένου κεφαλαίου, το οποίο δεν µπορούσε να ανακεφαλαιοποιηθεί, να επενδυθεί, διασφαλίζοντας ικανοποιητικό ποσοστό κέρδους.

Γενικότερα στη δεκαετία που ακολούθησε την προηγούµενη διεθνή κρίση του 2008 – 2009, ελάχιστες καπιταλιστικές οικονοµίες πέρασαν σε επίπεδο ανάπτυξης µεγαλύτερο από εκείνο προ της κρίσης.

Η συγκεκριµένη αντιµετώπιση της πανδηµίας, παρά τις επιµέρους διαφορές µεταξύ των καπιταλιστικών κρατών, έχει παντού αντιλαϊκό ταξικό πρόσηµο. Τα συγκεκριµένα περιοριστικά µέτρα αντιµετώπισης της πανδηµίας (πλήρους ή µερικού lockdown), οι αρνητικές κοινωνικές και οικονοµικές συνέπειες καθορίζονται απ’ τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

Η θλιβερή κατάσταση των δηµόσιων συστηµάτων Υγείας (ουσιαστικά ελλείψει κρατικής Πρωτοβάθµιας Φροντίδας Υγείας, προβλήµατα υποδοµών, αριθµού ΜΕΘ, ελλείψεων προσωπικού κ.λπ. στα κρατικά νοσοκοµεία), τα µεγάλα προβλήµατα στον τοµέα της πρόληψης της υγείας και ασφάλειας των εργαζοµένων, ο χαµηλός βαθµός προστασίας του ίδιου του υγειονοµικού προσωπικού δεν αποτελούν αναπόφευκτα φυσικά φαινόµενα, αλλά αποτέλεσµα της αστικής πολιτικής στήριξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Η ενίσχυση της εµπορευµατοποίησης των υπηρεσιών της Υγείας και του Φαρµάκου χαρακτηρίζει το σύνολο των καπιταλιστικών κρατών.

Η αστική πολιτική προσπαθεί µάταια να βρει τη «χρυσή τοµή» ανάµεσα στη λήψη αυστηρών υγειονοµικών µέτρων και στη στήριξη της ανάκαµψης της καπιταλιστικής οικονοµίας. Παράλληλα, οξύνεται ο ανταγωνισµός οµίλων και ιµπεριαλιστικών κέντρων σχετικά µε την παγκόσµια αγορά των εµβολίων και των φαρµάκων καθώς και στο πλαίσιο γεωπολιτικών αντιπαραθέσεων.

 

ΑνισΟΜετρη εκδΗλωση της κρΙσης

και Οξυνση των ανταγωνισΜΩν

 

  1. Η ανισόµετρη εκδήλωση της κρίσης και των συνεπειών της επιδρά στην αλλαγή του συσχετισµού και οξύνει τις αντιθέσεις τόσο ανάµεσα στις ιµπεριαλιστικές συµµαχίες και καπιταλιστικά κράτη όσο και στο εσωτερικό της ΕΕ και ιδιαίτερα της Ευρωζώνης.

Οξύνεται η διαπάλη για τον έλεγχο αγορών, ενεργειακών πηγών και θαλάσσιων δρόµων µεταφοράς εµπορευµάτων από την Ανατολική Μεσόγειο µέχρι τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Δυναµώνουν κι επεκτείνονται οι εστίες κινδύνου ενός ευρύτερου ιµπεριαλιστικού πολέµου.

Οι εξελίξεις δείχνουν ότι σήµερα ενισχύεται αντικειµενικά η δυνατότητα της Κίνας να απειλήσει την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ στο διεθνές ιµπεριαλιστικό σύστηµα τα επόµενα χρόνια. Αυτή η δυναµική αποτυπώνεται και µε την υποχώρηση του µεριδίου των ΗΠΑ και τη σηµαντική αύξηση του µεριδίου της Κίνας στο Παγκόσµιο Προϊόν την περίοδο 2000 – 2020.

Την τάση αλλαγής συσχετισµού σε βάρος των ΗΠΑ αποτυπώνει και η θεαµατική αύξηση του εµπορικού ελλείµµατος των ΗΠΑ στο διµερές εµπόριο µε την Κίνα (την περίοδο 1985 – 2019).

Πάνω σ’ αυτό το έδαφος, τη διετία 2018 – 2019 κλιµακώθηκε ο «εµπορικός πόλεµος» των δύο χωρών, µε τις ΗΠΑ να επιβάλλουν αυξηµένους δασµούς σε κινεζικά εµπορεύµατα αξίας 200 δισ. δολαρίων και η Κίνα να επιβάλλει δασµούς σε αµερικανικά εµπορεύµατα αξίας 60 δισ. δολαρίων. Οι ΗΠΑ δίνουν ιδιαίτερο βάρος στον στόχο να µην απολέσουν την υπεροχή στο επίπεδο της νέας τεχνολογίας και ταυτόχρονα του περιορισµού της εξάπλωσης της Κίνας σε αυτόν τον κλάδο, που θα σηµάνει ταυτόχρονα ενίσχυση της πολιτικής επιρροής της (π.χ. η εντεινόµενη προσπάθεια αποκλεισµού της Κίνας από τα δίκτυα 5G στην Ευρώπη). Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ, αξιοποιώντας και την τεράστια µείωση φορολογίας του κεφαλαίου, έκανε έκκληση σε αµερικανικά µονοπώλια νέων τεχνολογιών που δρουν στην Κίνα να την εγκαταλείψουν ή να επαναπατριστούν στις ΗΠΑ, ενώ κάνει προσπάθειες να εµποδίσει την επέκταση της Κίνας µε το σχέδιο του «Δρόµου του Μεταξιού» και τις επενδύσεις της σε άλλα κράτη.

Οι εκατέρωθεν κυρώσεις, οι προσπάθειες για αλλαγές στη διεθνή εφοδιαστική αλυσίδα και για µείωση της αλληλεξάρτησης των οικονοµιών ΗΠΑ – Κίνας επιδρούν αρνητικά στο διεθνές εµπόριο και συνέβαλαν στην εκδήλωση της νέας κρίσης.

Παράλληλα, ενισχύονται, όχι µόνο στις ΗΠΑ αλλά και στην ΕΕ, οι τάσεις προστατευτισµού, µε τις σαφείς προτροπές της προέδρου της Κοµισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν προς τα κράτη – µέλη να προστατεύσουν τους ευρωπαϊκούς οµίλους από προσπάθεια επιθετικών εξαγορών από ξένους οµίλους στη διάρκεια της κρίσης, ιδιαίτερα οµίλους στρατηγικής σηµασίας.

Σηµειώνεται επιδείνωση των σχέσεων ΗΠΑ – Γερµανίας µε επιβολή εκατέρωθεν εµπορικών κυρώσεων κι ένταση των διαφωνιών σε µεγάλη βεντάλια θεµάτων (γερµανική ενεργειακή συνεργασία µε τη Ρωσία, µικρή συµµετοχή της Γερµανίας στις πολεµικές δαπάνες του ΝΑΤΟ, στάση έναντι του Ιράν κ.ά.). Γενικότερα, οξύνεται ο ανταγωνισµός της ΕΕ µε τις ΗΠΑ και τη Βρετανία. Η συµφωνία ΕΕ – Βρετανίας για το Brexit θα οξύνει τον ανταγωνισµό στον χρηµατοπιστωτικό τοµέα στην Ευρώπη, αφού περιορίζεται βασικά στη διακίνηση εµπορευµάτων. Παράλληλα, αντανακλά τις πιέσεις που ασκούνται για την επίτευξη συµβιβασµών, που θα ισχυροποιήσουν τον ευρωατλαντικό άξονα, στον αντίποδα της δυναµικής της Κίνας. Αυτές οι πιέσεις θα αυξηθούν µετά τη νίκη των Δηµοκρατικών στις εκλογές στις ΗΠΑ.

Η αλλαγή του διεθνούς συσχετισµού προς όφελος της Κίνας τροφοδοτεί αντίρροπες τάσεις αναθέρµανσης των αµερικανογερµανικών σχέσεων κι ενίσχυσης της συνοχής της ευρωατλαντικής συµµαχίας. Η αύξηση των οικονοµικών κυρώσεων και της πίεσης προς τη Ρωσία, η οποία βρίσκεται επίσης στη φάση εκδήλωσης της καπιταλιστικής κρίσης, αποτελεί έκφραση αυτής της τάσης. Και στο ζήτηµα της στάσης απέναντι στη Ρωσία και την Κίνα εκφράζονται διαφορετικές τοποθετήσεις στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που δυσκολεύουν τη διαµόρφωση µιας σταθερής ενιαίας θέσης. Ωστόσο, η Κίνα αναδεικνύεται πλέον αντικειµενικά στον σηµαντικότερο εµπορικό εταίρο της ΕΕ, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την πρόσφατη επενδυτική κι εµπορική συµφωνία ΕΕ – Κίνας.

 

 

Η εκδΗλωση της κρΙσης στην ΕΕ

 

  1. Οι αντιθέσεις των κρατών – µελών της ΕΕ που γεννά ο ανταγωνισµός των µονοπωλιακών οµίλων τους, των αστικών τους τάξεων, οξύνονται λόγω:

α) Της επίδρασης του νόµου της ανισόµετρης ανάπτυξης τόσο στο εσωτερικό της ΕΕ όσο και σε σχέση µε τις ΗΠΑ, την Κίνα, την Ιαπωνία.

Η ενίσχυση της θέσης της Γερµανίας έναντι της Γαλλίας και της Ιταλίας, που είχε καταγραφεί στην προηγούµενη φάση της ανισόµετρης καπιταλιστικής ανάπτυξης, αυξήθηκε ακόµα περισσότερο στη φάση ανισόµετρης εκδήλωσης της νέας κρίσης και των συνεπειών της στην Ευρωζώνη και συνολικά στην ΕΕ. Οι διαφορές σχετικά µε τη µεταβολή του ΑΕΠ, τις εξαγωγές και την παραγωγικότητα επιβεβαιώνουν αυτό το συµπέρασµα.

β) Της αντικειµενικής διαφοράς στη δηµοσιονοµική κατάσταση και στα προβλήµατα διαχείρισης του κρατικού χρέους και του ετήσιου ελλείµµατος, που καλούνται να αντιµετωπίσουν οι αστικές κυβερνήσεις των κρατών – µελών, για να διασφαλίσουν την ικανοποιητική στήριξη των µονοπωλιακών οµίλων τους στη φάση της κρίσης.

Δοκιµάζονται, αφενός η αντοχή της Γερµανίας να επωµιστεί το κύριο βάρος του κοινού δανεισµού της ΕΕ χωρίς να υποστεί απώλειες στην οικονοµική ισχύ της, αφετέρου οι εξαιρετικά περιορισµένες δυνατότητες της Ιταλίας και άλλων υπερχρεωµένων κρατών να σηκώσουν το βάρος νέων δανείων, σε συνδυασµό µε την επιδείνωση των όρων ανταγωνιστικότητάς τους στο εσωτερικό της ΕΕ.

γ) Των εναλλακτικών λύσεων που γεννά πλέον η αλλαγή του διεθνούς συσχετισµού (η δυναµική άνοδος της Κίνας, η όξυνση των σχέσεων ΗΠΑ – Γερµανίας, το Brexit κ.λπ.) για τις αστικές κυβερνήσεις. Τµήµατα των αστικών τάξεων κρατών, όπως της Ιταλίας, που διαπιστώνουν ότι αποκοµίζουν λιγότερα συγκριτικά οφέλη από τη συµµετοχή στην ενιαία αγορά της ΕΕ και στο Ευρώ, εξετάζουν αλλαγές στην ιεράρχηση των διεθνών συµµαχιών τους.

Το σύνολο των προαναφερόµενων αντικειµενικών παραγόντων, που ενισχύουν τις φυγόκεντρες δυνάµεις της Ευρωζώνης, δεν αναιρεί τα υπαρκτά οφέλη που ακόµα αντλούν οι αστικές τάξεις των κρατών – µελών της ΕΕ από τη µεγάλη ενιαία ευρωενωσιακή αγορά στον διεθνή ανταγωνισµό µε τα άλλα ιµπεριαλιστικά κέντρα.

 

  1. Αυτή η αντιφατικότητα που χαρακτηρίζει αντικειµενικά την πορεία της Ευρωζώνης και της ΕΕ αντανακλάται και στις αποφάσεις της Κοµισιόν.

Η ΕΕ αποφάσισε, για πρώτη φορά, να προχωρήσει σε κοινό δανεισµό για να στηρίξει σχέδια µεγάλης κρατικής παρέµβασης για την ανάκαµψη της καπιταλιστικής οικονοµίας σε όλα τα κράτη – µέλη µέσω της συγκρότησης του Ευρωπαϊκού Ταµείου Ανάκαµψης.

Επίσης αποφάσισε να αναστείλει την εφαρµογή του Συµφώνου Σταθερότητας την περίοδο 2020 – 2021 και να διαθέσει όχι µόνο δάνεια αλλά και επιχορηγήσεις στα κράτη – µέλη.

Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ακολουθεί χαλαρή πολιτική και στηρίζει τους τραπεζικούς οµίλους µε ένα γιγαντιαίο πρόγραµµα «ποσοτικής χαλάρωσης».

Η αντοχή του σχετικού συµβιβασµού της Συνόδου Κορυφής θα δοκιµαστεί από την αυξανόµενη απόκλιση συµφερόντων των αστικών τάξεων των κρατών – µελών της ΕΕ. Ιδιαίτερα η αυξανόµενη απόκλιση Γερµανίας – Ιταλίας φωτίζει το αντικειµενικό πρόβληµα συνοχής, που παρουσιάζει ο σκληρός πυρήνας της Ευρωζώνης. Μια προσωρινή συµφωνία φθηνότερου δανεισµού των υπερχρεωµένων και οικονοµικά ασθενέστερων κρατών – µελών δεν εξαλείφει τους αντικειµενικούς παράγοντες της ανισοµετρίας, αλλά προσωρινά συγκρατεί τις φυγόκεντρες τάσεις στην Ευρωζώνη.

Μέχρι την εκδήλωση της νέας κρίσης, η Γερµανία απέρριπτε σταθερά τις προτάσεις για ουσιαστική χαλάρωση της περιοριστικής δηµοσιονοµικής και νοµισµατικής πολιτικής, επικαλούµενη τους κινδύνους που θα απέρρεαν για τη σταθερότητα του ευρώ και την αξιοπιστία του ως διεθνούς αποθεµατικού νοµίσµατος. Ακόµα πιο έντονη ήταν η άρνησή της σε κάθε πρόταση κοινού δανεισµού, «αµοιβαιοποίησης του χρέους» και παροχής επιδοτήσεων στα υπερχρεωµένα κράτη – µέλη.

Η σχετική προσαρµογή της γερµανικής θέσης (που επέτρεψε τον συµβιβασµό της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ) έγινε κυρίως για να αποφευχθεί ένας νέος κλονισµός της ΕΕ µετά από το Brexit. Έγινε για να αποφευχθεί ένας κλονισµός της συνοχής της ίδιας της Ευρωζώνης και της δυναµικής του ευρώ, αφού κάτι τέτοιο θα επιδρούσε άµεσα αρνητικά στην οικονοµική της ισχύ και στις εξαγωγές της Γερµανίας. Ταυτόχρονα, η Γερµανία αξιοποίησε την πίεση της συµµαχίας των «φειδωλών κρατών», για να περιορίσει την αρχική πρόταση επιχορηγήσεων των κρατών – µελών και κυρίως για να επιβάλει τους όρους της στα επόµενα βήµατα για την οικονοµική και πολιτική ενοποίηση της ΕΕ.

 

  1. Η απόφαση της ΕΕ να προχωρήσει, για πρώτη φορά, σε κοινό δανεισµό για να δώσει επιδοτήσεις σε κράτη – µέλη αποτελεί βήµα προς την κατεύθυνση εµβάθυνσης της ενοποίησης της ΕΕ.

Η συµφωνία για τη συγκρότηση του Ευρωπαϊκού Ταµείου Ανάκαµψης εντάσσεται µέσα σε αυτό το πλαίσιο.

Η Γαλλία και η «Συµµαχία των κρατών του Νότου» το προβάλλουν ήδη ως ένα ιστορικό βήµα προόδου απέναντι στις αντιδραστικές θέσεις της «Συµµαχίας των φειδωλών του Βορρά». Η Γερµανία προβάλλει τον συµβιβασµό ως µια προσωρινή προσαρµογή για την αντιµετώπιση µιας µεγάλης έκτακτης ανάγκης, που δεν συνιστά ριζική αλλαγή γραµµής πλεύσης.

Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για πορεία σε αντιδραστική κατεύθυνση. Κάθε βήµα που ενισχύει τη συνοχή της ιµπεριαλιστικής συµµαχίας της ΕΕ ενισχύει τον πραγµατικό αντίπαλο των εργαζοµένων, τη δικτατορία του κεφαλαίου. Εµβάθυνση της ενοποίησης της ΕΕ σηµαίνει ενίσχυση των ενιαίων µηχανισµών για την εφαρµογή ενιαίων αντιδραστικών κατευθύνσεων σε βάρος των λαών.

Οι διαδικασίες που προβλέπονται για την έγκριση πληρωµών, τόσο στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταµείου Ανάκαµψης όσο και στο Πολυετές Δηµοσιονοµικό Πλαίσιο (επταετής προϋπολογισµός της ΕΕ), ενισχύουν τους µηχανισµούς εποπτείας και πίεσης για την πλήρη συµµόρφωση των κρατών – µελών µε τις κατευθύνσεις της ΕΕ. Η εποπτεία για υπερχρεωµένα κράτη – µέλη, όπως η Ελλάδα, θα γίνει πολλαπλή. Δίπλα στο «ευρωπαϊκό εξάµηνο» θα προστεθεί ένας µηχανισµός διαρκούς αξιολόγησης του προγράµµατος µεταρρυθµίσεων και δεσµεύσεων. Αυτός θα αποφασίζει αν θα αποδεσµεύονται ή θα παγώνουν τα κονδύλια των περιβόητων επιδοτήσεων.

 

 

Η αστικΗ διαχεΙριση της νΕας κρΙσης

 

  1. Για να στηρίξουν την ανάκαµψη της καπιταλιστικής οικονοµίας, τα αστικά επιτελεία σε ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνία προχωρούν σε µεγάλη κρατική παρέµβαση, αξιοποιώντας προτάσεις του κεϊνσιανισµού. Ακολουθούν επεκτατική δηµοσιονοµική πολιτική, δηλαδή αύξηση των κρατικών δαπανών, κυρίως για την άµεση ενίσχυση των επιχειρηµατικών οµίλων, αλλά και σε µια προσπάθεια προσωρινής «άµβλυνσης» των πιο οξυµένων συνεπειών της κρίσης σε λαϊκές δυνάµεις. Αυτή σχετίζεται µε ανοχή στην αύξηση του κρατικού χρέους, δηλαδή συνοδεύεται από πιο χαλαρή νοµισµατική πολιτική.

Από την ευρωπαϊκή σοσιαλδηµοκρατία τονίζεται η ανάγκη σταθερής επιστροφής στις περισσότερες υποδείξεις κεϊνσιανής διαχείρισης, που προβάλλεται ως η προοδευτική, φιλολαϊκή απάντηση στον νεοφιλελευθερισµό, στον οποίο εξάλλου χρεώνουν την ευθύνη για την εκδήλωση της κρίσης.

Η αλήθεια είναι ότι, αφενός στο έδαφος κεϊνσιανού τύπου διαχείρισης είχαν εκδηλωθεί καπιταλιστικές οικονοµικές κρίσεις στο β΄ µισό του 20ού αιώνα, αφετέρου ορισµένες επεκτατικές κεϊνσιανές προτάσεις και οι κατευθύνσεις χαλαρής νοµισµατικής πολιτικής δεν είχαν εξαφανιστεί από το προηγούµενο µείγµα αστικής διαχείρισης.

Μετά τη διεθνή κρίση του 2008 – 2009 η ΕΚΤ και πολύ περισσότερο η αµερικανική FED ακολούθησαν πολιτική «ποσοτικής χαλάρωσης» για τη στήριξη των τραπεζικών οµίλων. Δόθηκε η δυνατότητα στις κυβερνήσεις των κρατών – µελών της ΕΕ να εκδίδουν οµόλογα που αγόραζαν οι τραπεζικοί όµιλοι, απορροφώντας στην ουσία δανειακά κεφάλαια από την ΕΚΤ µε εξαιρετικά ευνοϊκό επιτόκιο.

Στη συνέχεια, ήρθε στο προσκήνιο η πρόταση για «Πράσινο New Deal». Αρχικά κατατέθηκε το 2019 ως ψήφισµα στο Κογκρέσο των ΗΠΑ από την «αριστερή πτέρυγα των Δηµοκρατικών». Παράλληλα, προωθήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή η «Νέα Πράσινη Συµφωνία» στο όνοµα της προστασίας του περιβάλλοντος και της δηµόσιας υγείας, ώστε να διαµορφωθεί µια προσωρινή κερδοφόρα διέξοδος επενδύσεων για το υπερσυσσωρευµένο κεφάλαιο. Στην ουσία, η συγκεκριµένη πρόταση, διασφαλίζει µε τη µεγάλη κρατική παρέµβαση, αφενός τη διαµόρφωση κινήτρων µε τη χρηµατοδότηση νέων επενδύσεων στους τοµείς της Ενέργειας, των Μεταφορών και των συγκοινωνιών, της µεταποίησης και του αγροτικού τοµέα σε συνδυασµό µε την ενίσχυση του ψηφιακού εκσυγχρονισµού της οικονοµίας και αφετέρου την ελεγχόµενη απαξίωση κεφαλαίου (π.χ. κλείσιµο λιγνιτικών σταθµών, απόσυρση συµβατικών αυτοκινήτων, αλλαγή ενεργειακών δικτύων).

Η επεκτατική δηµοσιονοµική πολιτική, η µεγαλύτερη κρατική παρέµβαση, φορτώνει ξανά µε διαφορετικό τρόπο τα βάρη στις πλάτες του λαού. Ο λαός καλείται να αποπληρώσει τα νέα δάνεια και να σηκώσει τα βάρη των ζηµιογόνων ιδιωτικών επιχειρήσεων στην περίπτωση προσωρινής ή µερικής κρατικοποίησής τους ή και το αντίστροφο, ιδιωτικοποίησης ή περιορισµού της κρατικής συµµετοχής, φορτώνοντας όµως τα βάρη στο Δηµόσιο.

Στο όνοµα της «προστασίας της απασχόλησης» προωθείται η πολιτική φθηνότερης εργατικής δύναµης µε τη µετατροπή των συµβάσεων από πλήρους σε µερικής και εκ περιτροπής απασχόλησης, τη µείωση του χρόνου εργασίας µε µείωση των αποδοχών και την παραπέρα ελαστικοποίησή του, που φέρνει εντατικοποίηση της εργασίας, αύξηση του βαθµού εκµετάλλευσής της.

Στο ίδιο πλαίσιο, επεκτείνεται η δυνατότητα µονοµερούς επιβολής του αντεργατικού πλαισίου της τηλεργασίας, που σε αρκετές περιπτώσεις καταργεί στην πράξη τον διαχωρισµό ελεύθερου κι εργάσιµου χρόνου.

Τα νέα αντεργατικά µέτρα, που ουσιαστικά µειώνουν τους µισθούς, διευκολύνουν παραπέρα τις απολύσεις, κατεδαφίζουν τα ασφαλιστικά δικαιώµατα, προβάλλονται στην αρχή ως έκτακτα και µονιµοποιούνται στη συνέχεια. Έτσι, εδραιώνεται η πολιτική πλήρους ανταποδοτικότητας κι ενίσχυσης του «ιδιωτικού πυλώνα» στο ασφαλιστικό σύστηµα.

Μια πολιτική προσαρµογής στο νέο επίπεδο παραγωγικότητας χωρίς συνολική βελτίωση του εργατικού εισοδήµατος και διαχείρισης της ακραίας φτώχειας, δηλαδή να µη διογκωθεί υπερβολικά η ανεργία, να µην καταρρεύσει ένα βασικό επίπεδο κατανάλωσης των µαζών, δεν αποτελεί προοδευτική πρόταση για τη διασφάλιση της «δίκαιης κατανοµής του πλούτου», όπως ισχυρίζονται πολλοί σοσιαλδηµοκράτες. Αποτελεί αναγκαίο όρο για τη διασφάλιση και ανάκαµψη της καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Ταυτόχρονα, διογκώνεται ο αριθµός των µακροχρόνια ανέργων σε κλάδους που πλήττονται από την «πράσινη» µετάβαση (π.χ. κλείσιµο λιγνιτικών σταθµών ηλεκτροπαραγωγής) και µεταφέρονται στην πλάτη της λαϊκής οικογένειας τα βάρη επανεκπαίδευσης κι επανακατάρτισης των εργαζοµένων.

Ο προβαλλόµενος νέος παράδεισος της «πράσινης ανάπτυξης» περιλαµβάνει το πανάκριβο ηλεκτρικό ρεύµα, τις ελαστικές εργασιακές σχέσεις, τη φθηνή εργατική δύναµη, τα νέα βάρη στα λαϊκά νοικοκυριά για την αγορά «πράσινων» αυτοκινήτων και συσκευών, τους «πράσινους» έµµεσους φόρους και τη γενικότερη αφαίµαξη του λαού, για να στηρίξει το κράτος τις νέες «πράσινες» επενδύσεις των οµίλων. Παράλληλα, οι επενδύσεις της λεγόµενης «πράσινης» ανάπτυξης οδηγούν σε εκτεταµένη περιβαλλοντική υποβάθµιση περιοχών Natura, προστατευόµενων περιοχών και των βουνών ολόκληρης της χώρας, επιδεινώνοντας τις τοπικές οικονοµίες και τη ζωή της εργατικής τάξης και των λαϊκών δυνάµεων.

Συµπερασµατικά, προωθούνται διάφορες µορφές αύξησης του βαθµού εκµετάλλευσης της εργατικής τάξης, για να διαµορφωθούν κίνητρα και δυνατότητες για νέες, κερδοφόρες καπιταλιστικές επενδύσεις µε πρόσχηµα την κλιµατική αλλαγή.

 

  1. Καµιά πρόταση αστικής διαχείρισης, κεϊνσιανή ή νεοφιλελεύθερη, δεν µπορεί να µαταιώσει, να ακυρώσει τις νοµοτέλειες της καπιταλιστικής παραγωγής, την αναρχία και την ανισοµετρία της, την αντίθεση ανάµεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στην ατοµική, καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσµάτων της.

Η κρίση γεννιέται από την αντίφαση που υπάρχει στον πυρήνα της λειτουργίας του καπιταλιστικού εκµεταλλευτικού συστήµατος, στη σφαίρα της καπιταλιστικής παραγωγής: Ο γενικευµένος αντιφατικός εµπορευµατικός χαρακτήρας της καπιταλιστικής παραγωγής καθιστά αναπόφευκτη την εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης στις σύγχρονες διαστάσεις της.

Η λειτουργία της παραγωγής µε σκοπό και κίνητρο την αύξηση του κεφαλαίου οδηγεί περιοδικά στην υπερσυσσώρευσή του που γίνεται εµπόδιο της επανεπένδυσής του µε ικανοποιητικό ποσοστό κέρδους.

Οι αστικές διαχειριστικές προτάσεις, όπως αυτές του κεϊνσιανισµού και γενικότερα της λεγόµενης «αντικυκλικής οικονοµικής πολιτικής», µπορούν µόνο να µεταθέσουν τον χρόνο εκδήλωσης και να παρέµβουν προσωρινά στον βαθµό απαξίωσης του κεφαλαίου, οδηγώντας σε βαθύτερη κρίση στο µέλλον.

Κάθε κρατική παρέµβαση για µια προσωρινή συγκράτηση µιας εκτεταµένης και άναρχης απαξίωσης του κεφαλαίου, κάθε σχέδιο κρατικής ενίσχυσης της κερδοφορίας των µονοπωλιακών οµίλων σε συγκεκριµένους κλάδους, δηµιουργεί τις προϋποθέσεις για να εκδηλωθεί στη συνέχεια µια νέα, βαθιά κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Παράλληλα, οι µεγάλες διαφορές κρατικής παρέµβασης µεταξύ των αστικών κυβερνήσεων οξύνουν την ανισοµετρία και τον ανταγωνισµό µέσα σε κάθε ιµπεριαλιστική συµµαχία και ανάµεσα στις συµµαχίες.

Η γενικότερη τάση αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και πτώσης του ποσοστού κέρδους στη «µετάβαση προς την 4η Βιοµηχανική Επανάσταση» δηµιουργεί το ευνοϊκό έδαφος για µια νέα βαθύτερη κρίση υπερσυσσώρευσης ως αποτέλεσµα της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Στην ουσία, η αστική διαχείριση προσπαθεί µάταια να αντιµετωπίσει τις εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήµατος που διογκώνονται. Το φάρµακο για το ένα πρόβληµα του «µεγάλου ασθενούς» µετατρέπεται σε δηλητήριο για το άλλο. Το «φάρµακο» της αύξησης των µισθών για να τονωθεί η λαϊκή κατανάλωση υπονοµεύει την αύξηση του βαθµού εκµετάλλευσης για να συγκρατηθεί η τάση πτώσης του ποσοστού του καπιταλιστικού κέρδους. Αντίστροφα, η συρρίκνωση των µισθών υπονοµεύει την πώληση του συνόλου των εµπορευµάτων µε ικανοποιητικό κέρδος για να πραγµατοποιηθεί η υπεραξία.

Η δυνατότητα µεγάλης κρατικής παρέµβασης µε συνεχή αύξηση του κρατικού και του ιδιωτικού χρέους δεν είναι απεριόριστη, ιδιαίτερα σε συνθήκες κατά τις οποίες εντείνεται ο ανταγωνισµός και οξύνονται οι αντιθέσεις ανάµεσα στα ιµπεριαλιστικά κέντρα. Οι τελευταίες προβλέψεις των διεθνών ιµπεριαλιστικών οργανισµών (ΟΟΣΑ, ΔΝΤ κ.λπ.) αποκλείουν την επιστροφή στο προ κρίσης επίπεδο στην ΕΕ, στην Ιαπωνία και στις ΗΠΑ, την επόµενη διετία.

Η εκδήλωση της κρίσης οδηγεί σε απαξίωση, καταστροφή ενός µέρους του κεφαλαίου και δίνει προσωρινά νέα ώθηση στο σύστηµα να ξαναρχίσει δυναµικά τη συσσώρευση, αλλά η Ιστορία αποδεικνύει ότι αυτό δεν γίνεται πάντα αβίαστα, χωρίς διεκδίκηση νέας µοιρασιάς της παγκόσµιας αγοράς και µε την πολεµική βία.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β´

 

ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟ – ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΚΟΣΜΟΥ.

ΣφοδροΙ ανταγωνισΜοΙ απ’ Ακρη σ’ Ακρη

της υδρογεΙου. Η περιοχΗ Μας

 

  1. Η ενδοϊµπεριαλιστική διαπάλη διεξάγεται µε οικονοµικά και πολιτικά – διπλωµατικά µέσα, εκφράζεται σε «τοπικούς» πολέµους, µε αύξηση και εκσυγχρονισµό εξοπλισµών, αλλαγή στρατιωτικών δογµάτων κ.λπ., ενώ µεγαλώνει ο κίνδυνος ενός ευρύτερου ιµπεριαλιστικού πολέµου. Ευρασία και Ανατολική Μεσόγειος, Περσικός και Νότιος Ειρηνικός, Αφρική και Λατινική Αµερική, Αρκτική και Κεντρική Ασία, παντού συγκρούονται ισχυρά µονοπώλια, καπιταλιστικά κράτη και οι συµµαχίες τους. Τα τελευταία χρόνια, ένα από τα επίκεντρα είναι η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου που αποτελεί «δίαυλο» Ασίας – Ευρώπης – Αφρικής. Πόλεµοι που διεξάγονται στην περιοχή µας, εκτός από µεγάλες ανθρώπινες απώλειες, έχουν εξαναγκάσει εκατοµµύρια ανθρώπους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να κατευθυνθούν σε άλλες χώρες και στην Ευρώπη.

 

 

Η ΜΑχη ΗΠΑ – ΚΙνας για την πρωτοκαθεδρΙα

στο ιΜπεριαλιστικΟ σΥστηΜα

 

  1. Στοιχείο που πιο έντονα χαρακτηρίζει τις διεθνείς σχέσεις είναι η όξυνση της αντιπαράθεσης ΗΠΑ – Κίνας για την πρωτοκαθεδρία στο ιµπεριαλιστικό σύστηµα, που εκτός του οικονοµικού υπόβαθρου έχει άµεση αντανάκλαση σε πολιτικό – διπλωµατικό και στρατιωτικό επίπεδο. Οι ΗΠΑ κατηγόρησαν την Κίνα για την πανδηµία, για κλοπή τεχνολογιών, για «επεκτατισµό» κ.ά., ενώ από τη µεριά της η Κίνα, µε «εργαλείο» οικονοµικές και εµπορικές συµφωνίες, επιδιώκει να διαρρήξει τις παραδοσιακές συµµαχίες των ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ προσαρµόζουν το δόγµα τους, προτάσσοντας ως βασικό αντίπαλο την Κίνα.

Οι ΗΠΑ επιδιώκουν να «ντύσουν» την ενδοϊµπεριαλιστική διαπάλη που έχει ξεσπάσει µε αντικοµµουνιστικά ιδεολογήµατα, ενώ η Κίνα αξιοποιεί το ιδεολόγηµα του «εκδηµοκρατισµού» των διεθνών σχέσεων στο πλαίσιο του παγκόσµιου ιµπεριαλιστικού συστήµατος κι εστιάζει στην ανάγκη να ξεπεραστεί ο «µονοπολικός κόσµος» υπέρ µιας «πολυπολικότητας» κι ενάντια στην επιβολή της αµερικανικής πολιτικής.

Επιδιώκεται να κρυφτεί ότι διαµορφώνεται, πάνω στο έδαφος των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής που κυριαρχούν στις δύο χώρες, η διαπάλη ανάµεσα στις δύο ισχυρότερες οικονοµικές δυνάµεις του σηµερινού καπιταλιστικού κόσµου για την πρωτοκαθεδρία στο ιµπεριαλιστικό σύστηµα.

Στην όξυνση της αντιπαράθεσης των δύο δυνάµεων, που λαµβάνει παγκόσµιο χαρακτήρα µιας κι εκδηλώνεται ταυτόχρονα σε πολλές περιοχές του πλανήτη, εµπλέκονται όλο και περισσότερο διεθνείς, πολυµερείς οργανώσεις και συµφωνίες, γεγονός που δείχνει ότι η αλληλεξάρτηση των καπιταλιστικών οικονοµιών µπορεί να συµβαδίζει µε την όξυνση των ενδοϊµπεριαλιστικών αντιθέσεων. Η πολιτική γραµµή «συγκράτησης» της Κίνας, µέσα από τις πολυµερείς συµφωνίες των ΗΠΑ µε τις χώρες της Κεντρικής και Νότιας Αµερικής και της περιοχής του Ειρηνικού Ωκεανού, που ακολουθούσε η αµερικανική ηγεσία πριν από τον Τραµπ, δεν απέδωσε τα αναµενόµενα. Αντικαταστάθηκε από την αµερικανική ηγεσία υπό τον Τραµπ, που ακολούθησε µια σκληρότερη στάση απέναντι στην Κίνα, ο στρατηγικός πυρήνας της οποίας δεν αναµένεται να ανατραπεί µε την ηγεσία Μπάιντεν.

Η διαπάλη ΗΠΑ – Κίνας επιδρά και στις σχέσεις συνεργασίας και ανταγωνισµού τους µε άλλα ισχυρά ιµπεριαλιστικά κέντρα, ιδιαίτερα µε τη Ρωσία αλλά και κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

 

Ο ΝΑΤΟϊκΟς σχεδιασΜΟς και η διαπΑλη

στο εσωτερικΟ του

 

  1. Η στρατηγική του ΝΑΤΟ χαρακτηρίζεται από τη σχεδιασµένη επέκταση σε όλη την υδρόγειο, τη διεύρυνση µε νέα µέλη και τη σύναψη εταιρικών σχέσεων µε δεκάδες κράτη, τη συγκρότηση ετοιµοπόλεµων στρατιωτικών µονάδων. Προωθείται σχέδιο που στοχεύει Ρωσία, Ιράν και Κίνα. Σε αυτό αποσκοπεί η συγκρότηση µονάδων πεζικού, αεροπορίας και ναυτικού, που πλήρως εξοπλισµένες θα µπορούν να επέµβουν σε 30 µέρες, σε κάθε µέτωπο που θα επιλέξει το ΝΑΤΟικό επιτελείο (τέσσερα 30άρια).

ΝΑΤΟικές δυνάµεις αναπτύσσονται σε πολλές περιοχές του πλανήτη, από το Αφγανιστάν και το Κόσοβο έως τη Βαλτική και τον Καύκασο, σε Μεσόγειο, Μαύρη Θάλασσα και Αφρική.

Την ίδια ώρα, στους ΝΑΤΟικούς κόλπους εκδηλώνονται όλο και περισσότερο αντιθέσεις ανάµεσα σε ΗΠΑ – Γερµανία ή σε ΗΠΑ – Γαλλία και Γαλλία – Γερµανία, αλλά και άλλες σηµαντικές αντιθέσεις, όπως Τουρκίας – Γαλλίας ή Τουρκίας – Ελλάδας. Μέχρι στιγµής, οι αντιθέσεις αυτές διευθετούνται µε προσωρινούς συµβιβασµούς, συχνά µε «πυροσβεστικό» τρόπο, ωστόσο το «κουβάρι» τους περιπλέκεται όλο και περισσότερο, που ακόµη και αστικές πολιτικές δυνάµεις και αναλυτές προβληµατίζονται για τη λειτουργικότητα και δυναµική της ιµπεριαλιστικής λυκοσυµµαχίας.

 

 

Η Ενωση του κεφαλαΙου στην ΕυρΩπη, η ΕΕ

 

  1. Η ΕΕ αντιµετωπίζει την υδρόγειο ως «στρατηγικό περιβάλλον της», µε βάση την Παγκόσµια Στρατηγική την οποία έχει εκπονήσει κι ετοιµάζει την αναπροσαρµογή της. Επιδιώκει επίσης την πιο αποτελεσµατική διείσδυση των ευρωπαϊκών µονοπωλίων σε τρίτες χώρες. Έτσι, συγκροτήθηκε η λεγόµενη «Μόνιµη Διαρθρωµένη Στρατιωτική Συνεργασία» (PESCO). Παράλληλα, προωθείται η γαλλικής έµπνευσης «Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Επεµβάσεων», για να ξεπερνιούνται οι καθυστερήσεις που προκαλεί η διαδικασία των οµόφωνων αποφάσεων, ώστε να εκτελούνται ιµπεριαλιστικές αποστολές άµεσα. Ήδη, σήµερα, η ΕΕ έχει ξετυλίξει ιµπεριαλιστικές αποστολές σε τρεις ηπείρους.

Παίρνονται µέτρα για την προώθηση του στόχου της λεγόµενης «Στρατηγικής Αυτονοµίας» στο πλαίσιο της ενδυνάµωσης της συµµαχίας και των κοινών επεµβάσεων µε το ΝΑΤΟ, που παραµένει ο βασικός πυλώνας της.

Με στόχο την αυτόνοµη στρατιωτική επάρκεια, ενισχύεται ο σχεδιασµός ανάπτυξης προγραµµάτων έρευνας κι εξοπλισµών από την ευρωενωσιακή αγορά, σε µια προσπάθεια να υποχωρήσει η εξάρτηση από την αµερικανική αγορά εξοπλισµών. Σηµαντικό ρόλο διαδραµατίζουν η χρηµατοδότηση του λεγόµενου «Ευρωπαϊκού Ταµείου Άµυνας» (EDF) και το «Ευρωπαϊκό Πρόγραµµα Βιοµηχανικής Ανάπτυξης στον τοµέα της Άµυνας» (EDIDP) καθώς και η συγκρότηση του µηχανισµού της ετήσιας Συντονισµένης Αξιολόγησης Άµυνας (CARD) για τον έλεγχο υλοποίησης των ευρωενωσιακών στόχων σε εξοπλισµούς και την προώθηση των στρατιωτικών µηχανισµών και αποστολών από τα κράτη – µέλη στα αντίστοιχα πρότυπα του «ευρωπαϊκού εξαµήνου» για την οικονοµία.

Για τον εκσυγχρονισµό της αµυντικής βιοµηχανίας της ΕΕ καλούνται τα κράτη – µέλη να δίνουν το 2% του ΑΕΠ τους για τους εξοπλισµούς της ΕΕ, πέραν των υποχρεώσεων στο ΝΑΤΟ. Η PESCO σχεδιάζεται να αναβαθµίσει τη λεγόµενη «στρατιωτική κινητικότητα».

Βαθαίνει η στρατιωτικοποίηση της ΕΕ και αυτό καταγράφεται και στη συγκρότηση του «Ευρωπαϊκού Μηχανισµού για την Ειρήνη» (ΕΜΕ), ενός νέου ταµείου πέραν του προϋπολογισµού (Πολυετές Δηµοσιονοµικό Πλαίσιο 2021 – 2027), ύψους 10,5 δισ. ευρώ. Από τον µηχανισµό αυτό θα χρηµατοδοτούνται οι δράσεις της «Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας» (ΚΕΠΠΑ).

Προωθούνται επίσης οι σχεδιασµοί για την ενίσχυση του «Μηχανισµού Γειτονίας, Ανάπτυξης και Διεθνούς Συνεργασίας», ισχυρού εργαλείου για την παρέµβαση της ΕΕ σε τρίτες χώρες.

Την ίδια περίοδο, το Brexit εξέφρασε τη φυγόκεντρη τάση του Ηνωµένου Βασιλείου, που προϋπήρχε, και στηρίχτηκε από τις ΗΠΑ που επιδιώκουν να προωθήσουν ξεχωριστές συµφωνίες µε κράτη – µέλη της ΕΕ και να επιβάλουν κυρώσεις σε µονοπώλια και ισχυρές χώρες της ΕΕ, όπως είναι η Γερµανία, η Γαλλία.

 

 

ΝΕες πολιτικΕς, διπλωΜατικΕς και στρατιωτικΕς συΜΜαχΙες και η αποχΩρηση απΟ παλιΕς

 

  1. Οι σχέσεις της ανισότιµης αλληλεξάρτησης, που διέπουν τις σχέσεις όλων των καπιταλιστικών κρατών, µορφοποιούνται µέσα και από ένα πλήθος διεθνών και περιφερειακών οργανισµών, οργανώσεων και συµφωνιών. Σε αυτές αποτυπώνεται εµµέσως και ο µεταξύ τους συσχετισµός, ενώ συχνά γίνονται πεδίο εκδήλωσης των ανταγωνισµών. Στα τελευταία 30 χρόνια, δίπλα στις γνωστές (π.χ. ΟΗΕ, ΝΑΤΟ, ΕΕ, ΟΑΣΕ, ΠΟΕ, G7, G20), στις περισσότερες των οποίων ηγούνταν οι ΗΠΑ, εµφανίστηκαν και νέες, όπως η BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική), η Οργάνωση Συνεργασίας της Σαγκάης, όπου ηγείται η Κίνα, η Οργάνωση Συµφώνου Συλλογικής Ασφάλειας και η Ευρασιατική Οικονοµική Κοινότητα, όπου ηγείται η Ρωσία.

Οι ενώσεις αυτές που διαµορφώνονται στο έδαφος του µονοπωλιακού καπιταλισµού, παρά τις µεταξύ τους διαφορές ή τον διαφορετικό βαθµό ενοποίησης, έχουν τον ίδιο ταξικό εκµεταλλευτικό χαρακτήρα και σκοπό: Την ενίσχυση της εξουσίας και της οικονοµικής και γεωπολιτικής θέσης των αστικών τάξεων που εκπροσωπούν στο µοίρασµα και ξαναµοίρασµα του πλανήτη. Σε συνθήκες όπου εκτεταµένη καπιταλιστική κρίση φέρνει αναδιάταξη ισχύος ανάµεσα στα καπιταλιστικά κράτη, ορισµένες από αυτές περνούν σοβαρές αναταράξεις, όπως: Η BRICS όπου δυναµώνει η αντιπαράθεση Κίνας και Ινδίας. Η APEC1 (Οικονοµική Συνεργασία Ασίας – Ειρηνικού) και η ASEAN2 (Ένωση των Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας) όπου ενισχύονται οι τριβές για τη στάση απέναντι στις διεκδικήσεις της Κίνας και την αµερικανική εµπλοκή στην περιοχή.

Η ALBA3 (Μπολιβαριανή Συµµαχία για την Αµερική), που είχε τη στήριξη των Κίνας και Ρωσίας, αλλά αποψιλώνεται µετά την επικράτηση κυβερνήσεων που προσανατολίζονται προς τις ΗΠΑ.

Οι ΗΠΑ, για να διατηρήσουν την πρωτοκαθεδρία στο ιµπεριαλιστικό σύστηµα, κινούνται σε αναδιάταξη των όποιων συµµαχιών, σε επανεξέταση συµφωνιών, στην αναδιάρθρωση διεθνών οργανισµών, στην παράλυση άλλων, όταν δεν µπορούν να τις αξιοποιήσουν στους σχεδιασµούς τους. Είναι χαρακτηριστικό το πώς τα τελευταία χρόνια οι ΗΠΑ αξιοποίησαν τον Οργανισµό των Αµερικανικών Κρατών ως το πολιτικό «εργαλείο» τους στην περιοχή.

Έτσι, οι ΗΠΑ έχουν αποχωρήσει (το 2002) από τη Συµφωνία ελέγχου των αντιβαλλιστικών συστηµάτων (ABM), το 2017 από την UNESCO, το 2018 από τη Συµφωνία για το πυρηνικό πρόγραµµα του Ιράν. Το 2017 αποχώρησαν από τη Διειρηνική Συνεργασία (TPP) και προχώρησαν στο πάγωµα των συζητήσεων για τη Διατλαντική Συµφωνία Εµπορίου και Επενδύσεων (TTIP) µε την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2018, πιέζοντας πως θα αποχωρήσουν από τη NAFTA, πέτυχαν την αναθεώρησή της σε USMCA4. Το 2019 αποχώρησαν από τη Συµφωνία για τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων µεσαίου βεληνεκούς (INF). Το 2019 αποχώρησαν από τη Συµφωνία του Παρισιού για το Κλίµα και το 2020 από τη Συµφωνία «Ανοιχτοί Ουρανοί». Επιπλέον, ανακοίνωσαν ότι σκέφτονται να προχωρήσουν και σε νέες πυρηνικές δοκιµές, καταπατώντας τη σχετική Διεθνή Συµφωνία του 1963.

Έτσι, η στάση του ισχυρότερου µέχρι σήµερα ιµπεριαλιστικού κέντρου καταρρίπτει τις αυταπάτες που έτρεφαν και καλλιεργούσαν διάφορες αστικές και οπορτουνιστικές δυνάµεις, ότι η «παγκοσµιοποίηση των οικονοµιών», η «πολυπολικότητα» οδηγούν σε ένα παγκόσµιο σύστηµα όπου όλα τα προβλήµατα θα επιλύονται «ειρηνικά» από το Διεθνές Δίκαιο και τους διεθνείς οργανισµούς.

Η γενικότερη κατάσταση, που σχετίζεται µε τα προβλήµατα εφαρµογής του Διεθνούς Δικαίου, επιβεβαιώνει τη θέση πως το Διεθνές Δίκαιο, όπως το γνωρίζαµε όταν υπήρχαν η ΕΣΣΔ και άλλες σοσιαλιστικές χώρες και ήταν αποτέλεσµα του παγκόσµιου συσχετισµού δυνάµεων µε τις καπιταλιστικές χώρες, δεν υπάρχει πλέον. Οι αποφάσεις των διεθνών δικαστηρίων επηρεάζονται από τον συσχετισµό στο ιµπεριαλιστικό σύστηµα. Οι συµφωνίες «ιµπεριαλιστικής ειρήνης» εκφράζουν τον συσχετισµό δύναµης των άµεσα ή έµµεσα εµπλεκόµενων καπιταλιστικών κρατών και τίθενται σε αµφισβήτηση µε την αλλαγή του.

Οι διεθνείς διακρατικοί οργανισµοί έχουν µετατραπεί σε προκάλυµµα για την προώθηση των συµφερόντων των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και άλλων ιµπεριαλιστικών δυνάµεων. Στο εσωτερικό τους εκδηλώνονται αντιπαραθέσεις και προσωρινοί συµβιβασµοί ανάµεσα στις ισχυρές ιµπεριαλιστικές δυνάµεις. Όταν οι συµβιβασµοί δεν µπορούν να επιτευχθούν, ακολουθούν παζάρια, απειλές, ακόµα και αποχώρηση από τις διάφορες Συµφωνίες, όπως µας δείχνει η στάση των ΗΠΑ και άλλων χωρών, όπως της Ρωσίας που αποτυπώνει την υπεροχή της εθνικής νοµοθεσίας έναντι των διεθνών νόµων και κανονισµών, αντιγράφοντας την ανάλογη θέση των ΗΠΑ απέναντι στο Διεθνές Δίκαιο.

Η τάση αλλαγής του συσχετισµού δύναµης, η αποχώρηση των ΗΠΑ από µια σειρά συµφωνιών µε στόχο την αναδιάταξη των ιµπεριαλιστικών συµµαχιών προς όφελός τους, όπως και η επιδίωξη µετακίνησης των βασικών στοχεύσεων των ΗΠΑ στην περιοχή της Ασίας κατά της Κίνας, µεταφράζεται λαθεµένα από µια σειρά δυνάµεις ως «αποχώρηση των ΗΠΑ», ως «κενό εξουσίας» στον κόσµο. Η πραγµατικότητα είναι σαφώς διαφορετική.

Οι ΗΠΑ επιδιώκουν αναδιάρθρωση, προς όφελός τους, του πλέγµατος των διεθνών οργανισµών και συµφωνιών που πάντα αποτυπώνει την ανισότιµη αλληλεξάρτηση των καπιταλιστικών κρατών. Έτσι, η ηγεσία των ΗΠΑ εκτιµά πως το παρόν σχήµα της Συνόδου των 7 ισχυρότερων καπιταλιστικών χωρών (ΗΠΑ, Ιαπωνία, Καναδάς, Γαλλία, Βρετανία, Ιταλία, Γερµανία) είναι «ξεπερασµένο» και θα πρέπει σε αυτό να προσκληθούν οι Αυστραλία, Νότια Κορέα, Ινδία και Ρωσία, σε µια προσπάθεια δηµιουργίας µιας νέας αντικινεζικής συµµαχίας. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού και στην προσπάθεια πρόσδεσης της Ινδίας στους αµερικανικούς σχεδιασµούς, σε περιβάλλον όξυνσης των σχέσεων Κίνας – Ινδίας.

 

 

Η στρατιωτικΗ ισχΥς στη «συνΕχιση

της πολιτικΗς Με βΙαια ΜΕσα»

 

  1. Οι παγκόσµιες στρατιωτικές δαπάνες το 2019 υπολογίζονται σε 1,917 τρισ. δολάρια, στο 2,2% του παγκόσµιου ΑΕΠ, µε αύξηση κατά 3,6%, σε σχέση µε το 2018 και κατά 7,2% σε σχέση µε το 2010, για τρίτη συνεχόµενη χρονιά, εξαιτίας κυρίως των στρατιωτικών δαπανών και επιχειρήσεων των ΗΠΑ και της Κίνας. Οι διεθνείς πωλήσεις όπλων αυξήθηκαν κατά 7,8% την περίοδο 2014 – 2018 ή κατά 20% σε σχέση µε την περίοδο 2005 – 2009.

Στις στρατιωτικές δαπάνες προηγούνται οι ΗΠΑ (732 δισ. δολάρια) και ακολουθούν Κίνα (261), Ινδία (71,1), Ρωσία (65,1), Σαουδική Αραβία (61,9) Γαλλία (50,1), Γερµανία (49,3), Βρετανία (48,7), Ιαπωνία (47,6), Νότια Κορέα (43,9). Οι συνολικές στρατιωτικές δαπάνες και από τα 29 κράτη – µέλη του ΝΑΤΟ ήταν 1,035 τρισ. δολάρια το 2019.

Την περίοδο 2015 – 2019 οι ΗΠΑ παρέµειναν πρώτες στις εξαγωγές όπλων, κατέχοντας το 36%, µε δεύτερη τη Ρωσία, ενώ ακολουθούν Γαλλία, Γερµανία καθώς και η Κίνα.

Οι πυρηνικές δυνάµεις εξακολουθούν να εκσυγχρονίζουν το πυρηνικό τους οπλοστάσιο, αντικαθιστώντας παλιές κεφαλές. Οι 9 πυρηνικές δυνάµεις (ΗΠΑ – 5.800, Ρωσία – 6.375, Βρετανία – 215, Γαλλία – 290, Κίνα – 320, Ινδία – 150, Πακιστάν – 160, Ισραήλ – 90, Βόρεια Κορέα 30 – 40) διαθέτουν συνολικά 13.400 πυρηνικά όπλα, εκ των οποίων το 90% ανήκει σε ΗΠΑ και Ρωσία.

Οι ΗΠΑ και η Ρωσία ανακοινώνουν αλλαγές στο «πυρηνικό» στρατιωτικό δόγµα τους, ενώ γίνονται εκατέρωθεν ανακοινώσεις για νέα είδη «υπερόπλων», όπως τα αυτόµατα οπλικά συστήµατα λέιζερ και νέες σφαίρες χρήσης, όπως στο διάστηµα.

ΟΙ ΗΠΑ αποσκοπούν να θέσουν και την Κίνα σε συµφωνία ελέγχου και περιορισµού των πυρηνικών, θεωρώντας την ως επικίνδυνο ανταγωνιστή, ενώ το βασικό ζήτηµα που εξετάζεται στους πυρηνικούς εξοπλισµούς είναι η ικανότητα του «πρώτου πλήγµατος».

Σηµαντικό «εργαλείο» για τους πολεµικούς σχεδιασµούς των ισχυρότερων δυνάµεων είναι οι στρατιωτικές βάσεις εκτός συνόρων τους, όπου οι ΗΠΑ φαίνεται να έχουν πάνω από 700 βάσεις, διαφορετικής χρήσης, σε όλο τον κόσµο. Βάσεις εκτός συνόρων έχουν επίσης οι Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία, Ιταλία, Τουρκία, Κίνα, Ιαπωνία, Ινδία.

Ένα σηµαντικό νέο στοιχείο της περιόδου, που είναι ενδεικτικό της έντασης των ανταγωνισµών και της στρατιωτικής προετοιµασίας, είναι οι αλλαγές στα αµυντικά δόγµατα µιας σειράς καπιταλιστικών κρατών (χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγµατα της Γερµανίας λίγα χρόνια πριν και πιο πρόσφατα της Ιαπωνίας). Ταυτόχρονα, το ΝΑΤΟ προσεγγίζει κράτη που για δεκαετίες χαρακτηρίζονταν «ουδέτερα», µε χαρακτηριστικό παράδειγµα τη Σουηδία.

 

 

Η συΜΜετοχΗ της αστικΗς τΑξης της ΕλλΑδας στους ανταγωνισΜοΥς

 

  1. Η αστική τάξη της Ελλάδας επιδιώκει τη γεωπολιτική της αναβάθµιση, συµµετέχοντας ενεργά στους στρατιωτικούς – πολιτικούς σχεδιασµούς των ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ. Ο στόχος και τα µέσα της γεωπολιτικής αναβάθµισης υιοθετούνται και προωθούνται, παρά τις επιµέρους διαφοροποιήσεις, από τα αστικά κόµµατα και τις κυβερνήσεις, µονοκοµµατικές ή συµµαχικές, τόσο του ΣΥΡΙΖΑ πριν όσο και της ΝΔ σήµερα. Αποτελεί στρατηγική επιλογή όλων των αστικών κοµµάτων, βασικό στοιχείο της στρατηγικής σύµπλευσής τους.

Η αστική τάξη της Ελλάδας φιλοδοξεί να αναβαθµίσει τις θέσεις της σε Βαλκάνια και Νοτιοανατολική Μεσόγειο όπου έχει µεγάλα οικονοµικά συµφέροντα. Προχώρησε στη Συµφωνία των Πρεσπών, για να ανοίξει ο δρόµος ένταξης µιας ακόµη χώρας στις ιµπεριαλιστικές ενώσεις των ΝΑΤΟ – ΕΕ. Επιδιώκει συνεργασία εκµετάλλευσης του ενεργειακού πλούτου της Ανατολικής Μεσογείου για τη διοχέτευσή του στις ευρωπαϊκές αγορές, µέσω του αγωγού EastMed, όπως και µε την κατασκευή κάθετων αγωγών στη Βόρεια Ελλάδα, από τους οποίους αµερικανικό υγροποιηµένο αέριο, που θα έρχεται στην Ελλάδα, θα διοχετεύεται σε χώρες της Ευρώπης. Όλα αυτά εντάσσονται στον σχεδιασµό «απεξάρτησης» της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Επιδιώκει την ανάδειξη της χώρας σε τεχνολογικό, ενεργειακό και οικονοµικό κόµβο στήριξης των ευρωατλαντικών σχεδίων για την περιοχή. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η αξιοποίηση των ελληνικών ναυπηγείων για τις ανάγκες του 6ου Στόλου των ΗΠΑ, των λιµανιών της Αλεξανδρούπολης και της Καβάλας για τη µεταφορά υγροποιηµένου φυσικού αερίου και οι επενδύσεις ισχυρών αµερικανικών οµίλων στον τοµέα Τηλεπικοινωνιών – Πληροφορικής στην Αττική. Παράλληλα, προσπαθεί να διαχειριστεί την αµερικανική αντίδραση στις επενδύσεις της Κίνας στις εγχώριες λιµενικές υποδοµές και στον τοµέα µεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προωθήθηκε ο λεγόµενος «Στρατηγικός διάλογος Ελλάδας – ΗΠΑ», που διαµόρφωσε πλαίσιο οικονοµικών, πολιτικών, στρατιωτικών θεµάτων, µε καθοριστικής σηµασίας την αναθεώρηση και επέκταση της ελληνοαµερικανικής συµφωνίας για τις βάσεις.

Αυτόν το σχεδιασµό υπηρετεί και η συµφωνία της κυβέρνησης της ΝΔ µε τις ΗΠΑ, που περιλαµβάνει την παραπέρα αναβάθµιση της βάσης της Σούδας και τη δηµιουργία των βάσεων Drones στη Λάρισα, ελικοπτέρων στο Στεφανοβίκειο και το λιµάνι της Αλεξανδρούπολης που αποτελεί σηµαντικό αναβαθµισµένο κρίκο των αµερικανικών σχεδίων, ενώ διατηρείται η βάση των ιπτάµενων Ραντάρ Awacs στο Άκτιο της Πρέβεζας κι εκσυγχρονίζεται η βάση στον Άραξο για «φιλοξενία» πυρηνικών όπλων. Σήµερα, η κυβέρνηση ετοιµάζεται να εκχωρήσει πάνω από 20 σηµεία της χώρας, προκειµένου να χρησιµοποιηθούν ως στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ.

Στην πράξη, δηµιουργείται ένας ιστός στρατιωτικών βάσεων που καλύπτει γεωγραφικά όλες τις περιοχές της χώρας, καθιστά την Ελλάδα ορµητήριο υλοποίησης ιµπεριαλιστικών σχεδιασµών, µε στάθµευση µαχητικών αεροσκαφών κι ελικοπτέρων, ελλιµενισµό αεροπλανοφόρων, πυρηνικών υποβρυχίων, αντιτορπιλικών του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ, τηλεπικοινωνιακές – κατασκοπευτικές υποδοµές, αποθήκες καυσίµων, εγκαταστάσεις για υποδοχή επίγειων δυνάµεων. Ενισχύει τη σύνδεση µε τις αµερικανικές βάσεις και υποδοµές στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, στα Βαλκάνια και µε τις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο, µε δυνατότητα εξαπόλυσης πυρηνικών χτυπηµάτων από τον Άραξο, για την περικύκλωση της Ρωσίας και µεταφορά σε διάφορες εστίες πολέµων.

Η ελληνοαµερικανική συµφωνία δίνει τη δυνατότητα εγκατάστασης και χρησιµοποίησης αµερικανικών δυνάµεων σε όλες τις µονάδες του ελληνικού στρατού, µε πολλαπλές συνέπειες στον ρόλο και τον προσανατολισµό τους, ως οργανικού τµήµατος του ΝΑΤΟικού στρατού.

Στην πράξη, βαθαίνει η εµπλοκή της χώρας στους ιµπεριαλιστικούς σχεδιασµούς, ενώ τις συνέπειες των ιµπεριαλιστικών ανταγωνισµών και των ήδη τεράστιων κινδύνων στοχοποίησής της θα πληρώσουν ο λαός µας όπως και οι άλλοι λαοί. Η Ρωσία και το Ιράν προειδοποιούν ότι σε περίπτωση που µπει σε κίνδυνο η ασφάλειά τους από αµερικανικές βάσεις, θα τις χτυπήσουν µε πυραύλους.

Η επιθετικότητα της ελληνικής αστικής τάξης εκδηλώνεται και µε την αποστολή ελληνικών στρατιωτικών δυνάµεων σε δεκάδες ιµπεριαλιστικές αποστολές στο εξωτερικό. Με τις πρόσφατες κυβερνητικές αποφάσεις αποστέλλεται το πυραυλικό σύστηµα Patriot στη Σαουδική Αραβία µε ανάλογο στρατιωτικό προσωπικό. Η Ελλάδα συµµετέχει µε στρατιωτικές δυνάµεις και πολιτικό προσωπικό στη Λιβύη. Πολεµικά πλοία περιπολούν στα Στενά του Ορµούζ, στον Περσικό Κόλπο, ενώ έχει τεθεί στο τραπέζι αποστολή στο Μάλι, όπου πολεµούν γαλλικές και πολυεθνικές δυνάµεις.

Αποτελεί πρόκληση η προσπάθεια δικαιολόγησης των αποστολών ελληνικών δυνάµεων στο εξωτερικό, που στηρίζουν όλα τα αστικά κόµµατα µε πρωταγωνιστές την κυβέρνηση της ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ, µε την επίκληση σχετικών αποφάσεων του ΟΗΕ, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.

Η επιδίωξη της αστικής τάξης να συγκροτήσει «άξονα» µε Ισραήλ, Αίγυπτο, Ηνωµένα Αραβικά Εµιράτα, Κύπρο δυναµώνει την εµπλοκή της χώρας σε αντιθέσεις που αφορούν και τα κράτη των συµµαχικών σχηµάτων όπου συµµετέχει. Πολύ περισσότερο, που το Ισραήλ είναι κατοχική δύναµη στην Παλαιστίνη και δολοφονεί τον λαό της, είναι σε σύγκρουση µε το Ιράν, βοµβαρδίζει συριακά εδάφη, ενώ η Αίγυπτος εµπλέκεται στον πόλεµο στη Λιβύη κι έχει γενικότερες βλέψεις στην περιοχή. Η ευφορία που καλλιεργείται είναι αβάσιµη, ενώ σε κάθε περίπτωση ωφεληµένα θα είναι τα ενεργειακά µονοπώλια.

Σηµαντικό πεδίο ενδοϊµπεριαλιστικών ανταγωνισµών είναι τα Βαλκάνια, που έχουν ιδιαίτερη γεωστρατηγική σηµασία, τόσο ως «δίοδος» µεταφορικών και ενεργειακών «αρτηριών» από και προς την ΕΕ όσο και ως «προγεφύρωµα» των ευρωατλαντικού ιµπεριαλισµού για την πολιτική, οικονοµική και στρατιωτική κατοχύρωση της επιρροής του στην περιοχή Ευρασίας, Μαύρης Θάλασσας, Καυκάσου, Κασπίας κ.ά. Σήµερα το σύνολο των χωρών έχει ενταχθεί στις ιµπεριαλιστικές ενώσεις του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, ενώ τα τελευταία χρόνια εντάθηκαν οι προσπάθειες να ολοκληρωθεί η ενσωµάτωση των Δυτικών Βαλκανίων σε αυτές τις ενώσεις. Οι αµερικανοΝΑΤΟικές στρατιωτικές δυνάµεις συνεχίζουν την ενίσχυσή τους στην περιοχή, ήδη διαθέτουν µεγάλο αριθµό βάσεων, πραγµατοποιούν µεγάλες στρατιωτικές ασκήσεις, οριοθετώντας ως αντίπαλους τη Ρωσία και την Κίνα, τα µονοπώλια των οποίων προωθούν τις δικές τους θέσεις στην περιοχή. Η πορεία της ενσωµάτωσης των Δ. Βαλκανίων αναβαθµίστηκε παραπέρα µε τη Συµφωνία των Πρεσπών που έκλεισε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και υλοποιεί η κυβέρνηση της ΝΔ. Την ίδια ώρα, στη διαδικασία ενσωµάτωσης των Δ. Βαλκανίων στις ιµπεριαλιστικές ενώσεις του ΝΑΤΟ και της ΕΕ δεν ασκούν επίδραση µόνον οι «κακοφορµισµένες πληγές» των ιµπεριαλιστικών επεµβάσεων και προτεκτοράτων του Κοσόβου και της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης, αλλά και οι αντιθέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ και του ΝΑΤΟ καθώς  και άλλα ισχυρά µονοπωλιακά (ρωσικά και κινεζικά) συµφέροντα, εκτός αυτών των ενώσεων, τα οποία έχουν ενισχυθεί στην περιοχή. Για την αξιοποίηση εκείνων ή των άλλων σχεδιασµών οι αστικές πολιτικές δυνάµεις αξιοποιούν το «δηλητήριο» του εθνικισµού, των θρησκευτικών – πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων ή τον κοσµοπολιτισµό του κεφαλαίου, επιδιώκοντας να χειραγωγήσουν τους λαούς σε διάφορους σχεδιασµούς, ξένους προς τα λαϊκά συµφέροντα. Σε κάθε περίπτωση, ισοπεδώνουν τα εργατικά – λαϊκά δικαιώµατα των λαών της Βαλκανικής.

Η εµπλοκή της αστικής τάξης της Ελλάδας στους ανταγωνισµούς εµπλέκει τη χώρα σε επικίνδυνες εξελίξεις, σε αιµατηρούς σχεδιασµούς σε βάρος άλλων λαών, ενώ η εργατική τάξη και οι λαϊκές δυνάµεις µετατρέπονται σε όµηρο των ιµπεριαλιστικών πολέµων.

 

 

Οι ελληνοτουρκικΕς σχΕσεις. Οι κΙνδυνοι πολεΜικΗς αναΜΕτρησης και η «συνεκΜετΑλλευση»

 

  1. Οξύνεται ο ανταγωνισµός των αστικών τάξεων Ελλάδας και Τουρκίας, όπου καθεµιά επιδιώκει να αναβαθµίσει τη θέση της στους ιµπεριαλιστικούς σχεδιασµούς και ανταγωνισµούς στην περιοχή.

Η Τουρκία περιλαµβάνεται µεταξύ των ισχυρότερων 20 καπιταλιστικών κρατών του κόσµου, ενώ είναι η δεύτερη στρατιωτική δύναµη στο ΝΑΤΟ κι επιδιώκει την περαιτέρω αναβάθµιση της θέσης της σε περιφερειακό και παγκόσµιο επίπεδο. Έχει εισβάλει και διαθέτει στρατεύµατα κατοχής σε 3 χώρες (Κύπρο, Συρία, Ιράκ), διατηρεί στρατιωτικές βάσεις στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή, στην Αφρική, εµπλέκεται απροκάλυπτα στον εµφύλιο της Λιβύης και στρατιωτικά στο πλευρό του Αζερµπαϊτζάν στον πόλεµο µε την Αρµενία. Επιδιώκει να χρησιµοποιήσει στους σχεδιασµούς τις µειονοτικές οµάδες σε διάφορες περιοχές (Βαλκάνια, Κριµαία, Καύκασο, Κεντρική Ασία, Μέση Ανατολή) καθώς και το µουσουλµανικό θρησκευτικό δόγµα. Η τουρκική αστική τάξη στο σύνολό της έχει ως στόχο την αναβάθµιση του ρόλου της, ωστόσο προκύπτουν διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της σχετικά µε τα µέσα και τις αναγκαίες διεθνείς συµµαχίες της. Στο πλαίσιο του «νεο-οθωµανικού» πολιτικού «δόγµατος», που έχει επιλέξει ως «όχηµα» των συµφερόντων της η κυρίαρχη µερίδα της τουρκικής αστικής τάξης, εµφανίζεται ως «υπερασπιστής» του λαού της Παλαιστίνης και σε αντιπαράθεση όχι µόνο µε το Ισραήλ αλλά και µε τις αστικές τάξεις της Αιγύπτου και της Σαουδικής Αραβίας. Επιδιώκοντας να παζαρέψει από θέσεις ισχύος µε ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΕΕ, αναπτύσσει πολυσήµαντες σχέσεις µε την αστική τάξη της Ρωσίας –εξοπλίστηκε µε ρωσικά αντιαεροπορικά/αντιβαλλιστικά συστήµατα S-400, που µπορούν να επιφέρουν σηµαντικές αλλαγές στον στρατιωτικό συσχετισµό στο Αιγαίο και στην ευρύτερη περιοχή– όπως και µε αυτήν του Κατάρ.

Οι σχέσεις των αστικών τάξεων Ελλάδας – Τουρκίας, αναλόγως των καταστάσεων, διακρίνονται από τις επιδιώξεις συνεργασίας και του ανταγωνισµού, ωστόσο οι λαοί των δύο χωρών δεν έχουν σε τίποτα να επωφεληθούν από αυτές τις σχέσεις.

Στο διάστηµα από το προηγούµενο Συνέδριο, η τουρκική επιθετικότητα κλιµακώθηκε µε την αµφισβήτηση των συνόρων σε Αιγαίο και Έβρο, την αµφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας δεκάδων νησιών του Αιγαίου, την επιδίωξη να αποκτήσει τµήµα της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, που µε βάση τη Διεθνή Σύµβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας δεν της ανήκει. Σε αυτήν την κατεύθυνση το τουρκικό κράτος ανακήρυξε τη λεγόµενη «Γαλάζια Πατρίδα», υπέγραψε το τουρκο-λιβυκό σύµφωνο µε την εγκάθετη ηγεσία της Λιβύης, το οποίο καταπατά τα κυριαρχικά δικαιώµατα της Ελλάδας. Επίσης, ενίσχυσε τις υπερπτήσεις πάνω από ελληνικά νησιά, στρατιωτικές ασκήσεις, έρευνες ή και γεωτρήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, σε περιοχές της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και στις ΑΟΖ της Ελλάδας και της Κύπρου, ανακίνησε µειονοτικά ζητήµατα, «εργαλειοποίησε» το Μεταναστευτικό και Προσφυγικό, αξιοποιώντας τη συµφωνία µε την ΕΕ.

Στις συνθήκες αυτές, καιροφυλακτεί η αµερικανοΝΑΤΟική διαµεσολάβηση κι επιδιαιτησία και ήδη έχει επανέλθει η τουρκική θέση για συνεκµετάλλευση, συνδιαχείριση του Αιγαίου, για λύση win-win (αµοιβαίου οφέλους) που προβάλλουν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, ενώ εξετάζεται η συνεκµετάλλευση, συνδιαχείριση κυπριακών θαλάσσιων ζωνών µε την Τουρκία. Αυτή η συνεκµετάλλευση δεν αφορά την ευηµερία των λαών, αλλά την κερδοφορία των µονοπωλίων και «ναρκοθετεί» το µέλλον των δύο λαών, όπως και του περιβάλλοντος.

Το Κόµµα µας υπερασπίζεται τα κυριαρχικά δικαιώµατα της χώρας από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και των λαϊκών δυνάµεων, ως αναπόσπαστο στοιχείο της πάλης για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου. Έχει προειδοποιήσει τους εργαζόµενους πως στις σηµερινές συνθήκες αυτά δεν µπορούν να τα εγγυηθούν οι αστικές κυβερνήσεις και οι ιµπεριαλιστικές συµµαχίες, ενώ την ώρα που το Διεθνές Δίκαιο ξαναγράφεται από τις ιµπεριαλιστικές συµφωνίες και το Δικαστήριο της Χάγης λειτουργεί µε σκοπιµότητες, η ειρήνη, η ασφάλεια των λαών δεν µπορεί να διασφαλιστεί σε αυτό το πλαίσιο. Η πάλη των δύο λαών είναι αναγκαίο να κατευθύνεται στην εξάλειψη της αιτίας που γεννά αντιθέσεις, συγκρούσεις, πολεµικές συρράξεις, στην ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου και την αποδέσµευση από τις ιµπεριαλιστικές ενώσεις.

Το ΚΚΕ, που είναι σταθερά προσανατολισµένο στην ανάπτυξη της φιλίας, της διεθνιστικής αλληλεγγύης ανάµεσα στην εργατική τάξη και στους λαούς των δύο χωρών, έχει οικοδοµήσει στενές σχέσεις µε το ΚΚ Τουρκίας, µε στόχο να δυναµώσει η αντιιµπεριαλιστική πάλη του εργατικού – λαϊκού κινήµατος και στις δύο χώρες, ενάντια στις αστικές τάξεις και τη συµµετοχή, εµπλοκή Ελλάδας – Τουρκίας στα ιµπεριαλιστικά σχέδια, για το απαραβίαστο των συνόρων, για την αποδέσµευσή τους από τους ιµπεριαλιστικούς οργανισµούς και ενώσεις του ΝΑΤΟ και της ΕΕ που αποτελούν µόνιµη πηγή οδυνηρών συνεπειών σε βάρος των λαών.

Σε αυτήν την κατεύθυνση υπάρχει δυνατότητα ενίσχυσης της αντιπολεµικής – αντιιµπεριαλιστικής πάλης και διεύρυνσης της πάλης της ΕΕΔΥΕ.

 

 

Για το ΚυπριακΟ

 

  1. Οι συνεχιζόµενες διεργασίες στο Κυπριακό αποσκοπούν στην οριστικοποίηση της διχοτόµησης του νησιού, στη συγκρότηση δύο ξεχωριστών κρατικών οντοτήτων που µόνο τυπικά και συγκυριακά θα έχουν κάποια στοιχεία οµοσπονδίας.

Το Κυπριακό είναι διεθνές πρόβληµα εισβολής και κατοχής του βόρειου τµήµατος της Κύπρου από την Τουρκία, περιπλέκεται µε το ζήτηµα της εκµετάλλευσης του ενεργειακού πλούτου της περιοχής από τα µονοπώλια, τους ανταγωνισµούς των ιµπεριαλιστικών δυνάµεων στην περιοχή, την αξιοποίηση της Κύπρου ως στρατιωτικού «αναχώµατος» από τις δυνάµεις του ΝΑΤΟ, τους σχεδιασµούς των ΗΠΑ, της ΕΕ κι άλλων καπιταλιστικών κρατών στην περιοχή, όπως και από τους ανταγωνισµούς των αστικών τάξεων της περιοχής.

Δεν δικαιώθηκαν όσοι πίστευαν πως η ένταξη στην ΕΕ ή η εκµετάλλευση των υδρογονανθράκων από τα µονοπώλια θα φέρουν ευηµερία, ειρήνη και δίκαιη επίλυση του Κυπριακού, όπως δείχνουν οι τουρκικές προκλήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ, στην Αµµόχωστο, η αµφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωµάτων της Κύπρου και το περιεχόµενο των έως τώρα διαπραγµατεύσεων για διχοτοµική λύση.

Το ΚΚΕ σθεναρά και αποφασιστικά βρίσκεται στο πλευρό του λαού της Κύπρου. Αντιτάσσεται στην επιβολή λύσης που θα διαιωνίζει τη διχοτόµηση, δεν θα δίνει βιώσιµη και φερέγγυα λύση για το σύνολο του κυπριακού λαού, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, Αρµένιους, Λατίνους, Μαρωνίτες. Η πάλη µας κατευθύνεται στον στόχο για µια Κύπρο ενιαία (ένα και όχι δύο κράτη), ανεξάρτητη, µε µία και µόνη κυριαρχία, µία ιθαγένεια και διεθνή οντότητα, χωρίς ξένες βάσεις και στρατεύµατα, χωρίς ξένους εγγυητές και προστάτες.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ´

 

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ

ΚΙΝΗΜΑ (ΔΚΚ) ΚΑΙ Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ.

Σε ποια φΑση βρισκοΜαστε σΗΜερα στο ΔΚΚ

 

  1. Η πορεία ανασυγκρότησης του Διεθνούς Κοµµουνιστικού Κινήµατος (ΔΚΚ), το οποίο βρίσκεται σε βαθιά κρίση και δέχεται σφοδρή ιδεολογική, πολιτική επίθεση από δυνάµεις που στηρίζουν το καπιταλιστικό σύστηµα, είναι µόνιµο και σταθερό µέληµα του Κόµµατός µας, πηγάζει από τον παγκόσµιο χαρακτήρα της ταξικής πάλης.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, όπου πυκνώνουν τα αστικά κράτη που ενισχύουν νοµοθετικά, κατασταλτικά µέτρα σε βάρος των κοµµουνιστών, το Κόµµα µας ανέλαβε, σε συντονισµό και µε άλλα ΚΚ, πρωτοβουλίες για την επαναστατική ανασυγκρότηση του ΔΚΚ, που σήµερα δεν διακρίνεται από ιδεολογική συνοχή και αντίστοιχη οργανωτική δοµή.

 

Πλευρές αυτής της κατάστασης που αντιµετωπίζουµε έχουν ως εξής:

Πολλά κόµµατα διατηρούν τον τίτλο «κοµµουνιστικό», αλλά η ιδεολογικοπολιτική και οργανωτική τους συγκρότηση δεν συνάδει µε τα κοµµουνιστικά χαρακτηριστικά, την ιδεολογία του επιστηµονικού κοµµουνισµού, την επαναστατική στρατηγική – πρόγραµµα που να αντιστοιχεί σε επαναστατικό εργατικό, λενινιστικό κόµµα.

Δεν υποβαθµίζουµε τη σηµασία µια σειρά κόµµατα να επικαλούνται τον µαρξισµό – λενινισµό και να διαχωρίζουν έτσι τη θέση τους από όσους ανοιχτά απεµπόλησαν την ιδεολογία µας, ωστόσο πολλά από αυτά έχουν ακόµη πολύ αδύναµη ταξική προσέγγιση των σύγχρονων φαινοµένων του καπιταλισµού, της ταξικής πάλης µε βάση την κοµµουνιστική ιδεολογία, τη διαλεκτική υλιστική ανάλυση της Ιστορίας και των σύγχρονων κοινωνικών φαινοµένων.

Συχνά στις προσεγγίσεις ΚΚ κυριαρχούν αστικές ιδεολογικές επιδράσεις – οπορτουνιστικές, µετατρέποντας την όποια επίκληση της κοσµοθεωρίας µας, από θεωρητική βάση κι επιστηµονικό µεθοδολογικό εργαλείο για την κατανόηση και την αλλαγή της κοινωνίας σε «ευχολόγιο».

Συνοπτικά, παραµένει η συνολική αρνητική εικόνα, τόσο στις κορυφαίες καπιταλιστικές χώρες (ΗΠΑ, της ΕΕ, Ηνωµένο Βασίλειο, Ιαπωνία, Κίνα, Ρωσία) όσο και σε χώρες και περιοχές, οι οποίες αποτελούν εστίες ιµπεριαλιστικών πολεµικών επεµβάσεων.

Ανάλογη είναι η κατάσταση συνολικά στο εργατικό – συνδικαλιστικό κίνηµα, όπου κυριαρχούν συνδικαλιστικές ηγεσίες και συνδικάτα συµβιβασµένα µε τις αστικές κυβερνήσεις και την εργοδοσία, ενώ παραµένει µεγάλο ζητούµενο οι δεσµοί των περισσότερων ΚΚ µε την εργατική τάξη και το κίνηµά της, ώστε αυτά να κατακτούν νέες θέσεις και πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταξική πάλη.

Σε αυτήν την κατάσταση, ωστόσο, έχει ιδιαίτερη σηµασία το γεγονός ότι διαµορφώνεται ένας αριθµός ΚΚ, όχι χωρίς πισωγυρίσµατα, που επιχείρησαν µε πολλές δυσκολίες τη διόρθωση της στρατηγικής τους, διακηρύσσοντας τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα της επανάστασης και προσπαθώντας να ξεπεράσουν την παλιά στρατηγική που κυριάρχησε στο ΔΚΚ.

 

 

ΙδεολογικΑ – πολιτικΑ ζητΗΜατα

που απαιτοΥν την προσοχΗ Μας

 

  1. Στις γραµµές του ΔΚΚ διεξάγεται σφοδρή ιδεολογική – πολιτική διαπάλη για σειρά ζητηµάτων, όπως είναι η ανάλυση – ερµηνεία των σύγχρονων φαινοµένων του καπιταλισµού και του διεθνούς ιµπεριαλιστικού συστήµατος. Υπερισχύουν απόψεις για αντοχή του καπιταλισµού, για δυνατότητες «εξανθρωπισµού» και «εκδηµοκρατισµού» του, αξιοποίησης των τεχνολογικών επιτευγµάτων του προς όφελος των λαϊκών δυνάµεων µε την ενεργητική πολιτική παρέµβαση των ΚΚ και σε επίπεδο κυβερνητικό. Σε αυτό το έδαφος από ΚΚ αναπαράγονται θέσεις περί «ενότητας της αριστεράς», «των δηµοκρατικών ή πατριωτικών δυνάµεων», της «συνεργασίας µε την αριστερή σοσιαλδηµοκρατία», των «κεντροαριστερών κυβερνήσεων», των «νέων αντιφασιστικών και αντινεοφιλελεύθερων µετώπων», στη λογική των σταδίων, παρεµβάλλοντας έναν κυβερνητικό στόχο στο έδαφος του καπιταλισµού (αντιδικτατορικό, αντικατοχικό – απελευθερωτικό, δηµοκρατικό – αντιιµπεριαλιστικό, αντιδεξιό, αντιφασιστικό – αντινεοφιλελεύθερο ) κ.λπ.

Διαπάλη διεξάγεται επίσης για τις οικονοµικές και πολιτικές νοµοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης και της κοµµουνιστικής κοινωνίας, µ’ επίκεντρο την ερµηνεία της σοσιαλιστικής – κοµµουνιστικής οικοδόµησης στον 20ό αιώνα, των αιτιών της αντεπαναστατικής ανατροπής.

Βασικός παράγοντας που δυσκολεύει την επαναστατική ανασυγκρότηση του ΔΚΚ είναι το γεγονός ότι µια σειρά από ΚΚ δεν επιχειρούν την σε βάθος αποτίµηση της ιστορικής πείρας της σοσιαλιστικής οικοδόµησης και της στρατηγικής του ΔΚΚ, στηριγµένα σε βασικές αρχές της θεωρίας µας, µε αποτέλεσµα να συνεχίζουν να υιοθετούν θέσεις της στρατηγικής των σταδίων και των µεταρρυθµίσεων, για το πέρασµα στον σοσιαλισµό. Έτσι υιοθετούν πολιτική συνεργασίας µε σοσιαλδηµοκρατικές δυνάµεις, πολιτικό στόχο µεταβατικής κυβέρνησης στο πλαίσιο του καπιταλισµού, αλλά και θέσεις που αντιλαµβάνονται τις νοµοτέλειες της αγοράς ως στοιχεία που µπορούν να ενσωµατωθούν στη σοσιαλιστική οικοδόµηση.

Σε σειρά ΚΚ διαµορφώνεται η οπορτουνιστική θέση ότι στην Κίνα «οικοδοµείται ο σοσιαλισµός µε κινεζικά χαρακτηριστικά» µε έναν ορισµένο συµβιβασµό µε το κεφάλαιο και η λαθεµένη αντίληψη πως η Ρωσία δεν είναι ιµπεριαλιστική δύναµη, αλλά µια καπιταλιστική χώρα της «περιφέρειας» του ιµπεριαλιστικού συστήµατος, που µαζί µε τη «σοσιαλιστική Κίνα» επιδρά «θετικά» στον διεθνή συσχετισµό. Η προσέγγιση αυτή, που αποτελεί απόσπαση της πολιτικής από την οικονοµία, αντιστρατεύεται τη λενινιστική αντίληψη για τον ιµπεριαλισµό.

Για το Κόµµα µας αποτελεί σηµαντική κατάκτηση – βάση η µελέτη της σοσιαλιστικής οικοδόµησης στην ΕΣΣΔ, αν και παραµένει καθήκον για το επόµενο διάστηµα η συνέχιση της έρευνας – µελέτης σε ζητήµατα οικονοµίας, αλλά κι εξωτερικής πολιτικής, γενικότερα σε ζητήµατα του εποικοδοµήµατος στην ΕΣΣΔ καθώς και σε άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόµησης. Τα περισσότερα ΚΚ, που δεν έχουν προχωρήσει σε σχετικές µελέτες, διατηρούν µεγάλες συγχύσεις σχετικά µε τον χαρακτήρα της σηµερινής Κίνας, της Ρωσίας, άλλων καπιταλιστικών κρατών. Αυτό µπορεί να επιφέρει τραγικές συνέπειες και στη στάση τους στο ζήτηµα του πολέµου στην εποχή του ιµπεριαλισµού, όπου το κοµµουνιστικό κίνηµα, έχοντας σταθερό µέτωπο ενάντια στα ιµπεριαλιστικά κέντρα των ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΕΕ, δεν θα πρέπει να συρθεί στο πλευρό κανενός καπιταλιστικού κράτους ή ιµπεριαλιστικού κέντρου. Παραµένει καθήκον προς κατάκτηση να υπερασπιστεί µε συνέπεια τα ταξικά συµφέροντα της εργατικής τάξης σε σύγκρουση µε την αστική τάξη της χώρας του, να µην επιλέξει «ξένη σηµαία» κάτω από την πίεση µικροαστικών δυνάµεων αλλά κι εθνικιστικών πιέσεων στις εργατικές δυνάµεις.

Οι κοµµουνιστές απαιτείται να δυναµώσουν το µέτωπο τόσο απέναντι στις αντιλήψεις του κοσµοπολιτισµού, που προσεγγίζουν αταξικά τις διεθνείς συµµαχίες των αστικών τάξεων (ΕΕ, ΝΑΤΟ, BRICS κ.ο.κ.), όσο και του εθνικισµού, της «φυλετικής καθαρότητας του έθνους και του πολιτισµού» και των άλλων ρατσιστικών αντιλήψεων που αναπτύσσονται ενάντια στους πρόσφυγες και µετανάστες.

 

ΠρωτοβουλΙες και δρΑσεις

Οπου συΜΜετΕχει το ΚΟΜΜα

 

  1. Ευρωπαϊκή Κοµµουνιστική Πρωτοβουλία.

Η Διεθνής Κοµµουνιστική Επιθεώρηση

Το Κόµµα µας πρωτοστάτησε στη συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Κοµµουνιστικής Πρωτοβουλίας (ΕΚΠ), όπου συµµετέχουν 30 ΚΚ από την Ευρώπη, καθώς και της Διεθνούς Κοµµουνιστικής Επιθεώρησης (ΔΚΕ), όπου συµµετέχουν 10 κόµµατα. Και οι δύο αυτές µορφές διακοµµατικής συνεργασίας στηρίζονται σε συγκεκριµένες ιδρυτικές αρχές και ιδεολογικό – πολιτικό πλαίσιο.

Η ΕΚΠ ανέδειξε σηµαντικά προβλήµατα των εργαζοµένων και πρόβαλε αιτήµατα για τις ανάγκες τους, για το δικαίωµα στη µόνιµη, σταθερή εργασία, ενάντια στη µάστιγα της ανεργίας και τις ελαστικές µορφές απασχόλησης, για αποκλειστικά δηµόσια δωρεάν Υγεία, Πρόνοια και Παιδεία, για τα εργατικά δικαιώµατα στους εργασιακούς χώρους, τα πολιτικά και συνδικαλιστικά δικαιώµατα, το δικαίωµα της απεργίας, κατά της κρατικής και εργοδοτικής τροµοκρατίας.

Τα κόµµατα που συµµετέχουν στην ΕΚΠ κατέγραψαν σηµαντική δράση κατά των ιµπεριαλιστικών πολέµων και παρεµβάσεων, αποκάλυψαν την ουσία των ενδοϊµπεριαλιστικών ανταγωνισµών για το µοίρασµα των αγορών και τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών.

Η ΕΚΠ συγκρούεται µε τον αντικοµµουνισµό, τις διώξεις κατά Κοµµουνιστικών Κοµµάτων, την απαγόρευση της δράσης και των συµβόλων τους, της κοµµουνιστικής ιδεολογίας.

Η ΕΚΠ τίµησε ιστορικές επετείους του Διεθνούς Κοµµουνιστικού Κινήµατος και ανέδειξε τα σύγχρονα µηνύµατά τους, υπερασπίστηκε τις κατακτήσεις και τα επιτεύγµατα του σοσιαλισµού που οικοδοµήθηκε τον 20ό αιώνα, το ότι ήταν διαδικασία σοσιαλιστικής οικοδόµησης στη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες χώρες, αντιπαρατέθηκε αποφασιστικά µε τη συστηµατική προσπάθεια συκοφάντησης που καταβάλλουν η ΕΕ και άλλοι καπιταλιστικοί µηχανισµοί. Σε αυτήν την κατεύθυνση σηµαντικές ήταν οι εκδηλώσεις που διοργανώθηκαν υπό την αιγίδα της ΕΚΠ σε Κωνσταντινούπολη και Μόσχα για τα 100 χρόνια από την ίδρυση της Κοµµουνιστικής Διεθνούς.

Ταυτόχρονα, όµως, εκτιµάµε ότι και στα κόµµατα που συµµετέχουν στην ΕΚΠ εκδηλώνονται στον έναν ή στον άλλο βαθµό ιδεολογικοπολιτικές συγχύσεις και προβλήµατα. Υπάρχουν κόµµατα που έχουν δώσει πολύχρονες µάχες µε δυνάµεις του οπορτουνισµού, ωστόσο το συγκεκριµένο ιδεολογικό – πολιτικό και οργανωτικό δυναµικό τους είναι περιορισµένο, εξαιτίας και της πολύχρονης ζηµιάς που έχουν κάνει ο ευρωκοµµουνισµός και η σοσιαλδηµοκρατία στο κοµµουνιστικό κίνηµα της Ευρώπης. Έτσι, αντιµετωπίζουν πολλές δυσκολίες στην επεξεργασία της επαναστατικής στρατηγικής και στη σύνδεσή της µε την τρέχουσα ταξική πάλη σε συνθήκες που ο πολύ αρνητικός συσχετισµός αφορά και το συνδικαλιστικό εργατικό κίνηµα. Σε αυτές τις συνθήκες αναπαράγεται η οπορτουνιστική επίθεση.

Για ένα µέρος ΚΚ, η έλλειψη ιδεολογικοπολιτικής και οργανωτικής ενότητας έχει τη ρίζα της στην ιστορική πορεία διάλυσης και συγκρότησής τους µετά την αντεπανάσταση, ενώ η διαδικασία ενίσχυσης των επαναστατικών κοµµουνιστικών χαρακτηριστικών συχνά συνοδεύεται από όξυνση της διαπάλης στο εσωτερικό τους, ακόµα και µε διασπάσεις. Αυτό εκδηλώνεται ιδιαίτερα όταν καταβάλλεται προσπάθεια αντιστοίχισης της στρατηγικής µε τις ανάγκες της αντικαπιταλιστικής πάλης και, συνεπώς, οι επαναστατικές δυνάµεις έχουν πρόσθετα καθήκοντα να µελετούν µε ταξικά κριτήρια τις εξελίξεις, να συνυπολογίζουν έγκαιρα όλους τους παράγοντες που επιδρούν στην πορεία τους και να επιµένουν στη δηµιουργία ισχυρών προγραµµατικών βάσεων, πάνω στις οποίες θα στηρίζεται η ιδεολογικοπολιτική και οργανωτική ενότητα των γραµµών τους.

Το περιοδικό Διεθνής Κοµµουνιστική Επιθεώρηση, όπου συµµετέχουν κόµµατα απ’ όλο τον κόσµο, κινείται στην κατεύθυνση της διαµόρφωσης των όρων για τη συγκρότηση ενός Κοµµουνιστικού Πόλου. Την περίοδο που εξετάζουµε εκδόθηκαν 4 τεύχη της ΔΚΕ, µε θεµατολογία επίκαιρη για το Διεθνές Κοµµουνιστικό Κίνηµα (Οκτωβριανή Επανάσταση, γυναικείο κίνηµα, εργατικό – συνδικαλιστικό κίνηµα, προλεταριακός διεθνισµός). Στις συνεδριάσεις της Συντακτικής Επιτροπής της ΔΚΕ, µέσα από τη συζήτηση θεωρητικών και πολιτικών ζητηµάτων, επιδιώκεται να δοθεί ώθηση στην ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας και πολιτικής ως ενιαίας βάσης για το ΚΚ. Η έκδοση του περιοδικού σε διάφορες γλώσσες, χάρη στις κοινές προσπάθειες των κοµµάτων που συµµετέχουν και αντιπαλεύοντας πλήθος δυσκολιών, απευθύνεται στα µέλη και στα στελέχη των Κοµµουνιστικών Κοµµάτων, υπερασπίζεται τον µαρξισµό – λενινισµό κι επιδιώκει στη βάση του την προσέγγιση σύγχρονων ζητηµάτων.

 

  1. Διεθνείς και Περιφερειακές Συναντήσεις. Κοινές τοποθετήσεις

Το ΚΚΕ συνέβαλε, µαζί µε άλλα ΚΚ, στην προσπάθεια να διατηρηθούν τα όποια κοµµουνιστικά χαρακτηριστικά στις Διεθνείς Συναντήσεις των Κοµµουνιστικών κι Εργατικών Κοµµάτων (ΔΣΚΕΚ), που ξεκίνησαν µε πρωτοβουλία του ΚΚΕ και στις οποίες συµµετέχουν πάνω από 120 ΚΚ. Το Κόµµα µας υλοποίησε τις δεσµεύσεις του απέναντι στα άλλα ΚΚ που συµµετέχουν στις ΔΣΚΕΚ και αφορούν τη λειτουργία του κοινού διαδικτυακού τόπου (SOLIDNET), όπου τα ΚΚ µπορούν να δηµοσιεύσουν ειδήσεις και ντοκουµέντα, όπως και τη λειτουργία του συστήµατος γρήγορης αµοιβαίας πληροφόρησης των ΚΚ καθώς και την ηλεκτρονική έκδοση του «Ενηµερωτικού Δελτίου».

Από τις 3 Διεθνείς Συναντήσεις, που πραγµατοποιήθηκαν αυτήν την περίοδο, το ΚΚΕ φιλοξένησε την 20ή, που συνέπεσε µε τα 100χρονα από την ίδρυσή του, το 2018, ενώ µαζί µε το ΚΚ Τουρκίας συνδιοργάνωσε στη Σµύρνη την 21η Διεθνή Συνάντηση, γεγονός που έµπρακτα έδειξε τους διεθνιστικούς δεσµούς των Ελλήνων και των Τούρκων κοµµουνιστών και άνοιξε µια νέα σελίδα στο συντονισµό της δράσης των ΚΚ.

Βεβαίως, στις Διεθνείς Συναντήσεις, όπως το Κόµµα µας έχει τονίσει και στο παρελθόν, διεξάγεται σφοδρή ιδεολογικοπολιτική διαπάλη στρατηγικού χαρακτήρα για πολλά σύγχρονα ζητήµατα και κυρίως για την κατεύθυνση της πάλης, ενώ οι Κοινές Δράσεις που αποφασίζονται, προωθούνται µόνον από ένα τµήµα των ΚΚ, ενώ άλλα ΚΚ, χωρίς να εµποδίζουν την έκδοσή τους, δεν τις υλοποιούν.

Το Κόµµα µας την ίδια περίοδο διοργάνωσε Συναντήσεις ΚΚ της Ευρώπης (2018, 2019), Περιφερειακή Συνάντηση ΚΚ Μεσογείου, Μέσης Ανατολής και Κόλπου (τέλη 2017), συµµετείχε σε σειρά θεµατικών εκδηλώσεων που διοργάνωσαν άλλα ΚΚ, όπως για τα 100χρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης, τα 100χρονα από την ίδρυση της Κοµµουνιστικής Διεθνούς, τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Μαρξ κ.ά.

Σε πολλές περιπτώσεις έγινε κατορθωτό να εγκριθούν Κοινές Ανακοινώσεις ή Διακηρύξεις, όπως για τα 100χρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης και την ίδρυση της Κοµµουνιστικής Διεθνούς. Μέσα από τη διαµόρφωση των Κοινών Ανακοινώσεων γίνεται προσπάθεια να διευκρινιστούν οι εκτιµήσεις στις οποίες το κάθε ΚΚ έχει καταλήξει για το ένα ή το άλλο ζήτηµα καθώς και να καθοριστούν κοινοί στόχοι πάλης. Πρόκειται για σύνθετη, επίπονη µορφή συνεργασίας και συντονισµού των ΚΚ, που διατηρεί τη σηµασία της, παρά το υπαρκτό γεγονός ότι πολλά Κοµµουνιστικά κι Εργατικά Κόµµατα είναι σήµερα αδύναµα ή δρουν σε συνθήκες ηµιπαρανοµίας ή σκληρών διώξεων, ή δεν έχουν στη διάθεσή τους όλα τα µέσα που έχουν σήµερα το ΚΚΕ και κάποια ακόµα κόµµατα για να παλέψουν τους κοινούς στόχους που διατυπώνονται. Η διαδικασία της ανταλλαγής απόψεων και της σχετικής διαπάλης για σοβαρά θέµατα, στο πλαίσιο της προετοιµασίας Κοινών Ανακοινώσεων, συµβάλλει, ως ένα βαθµό, στην κατεύθυνση της επαναστατικής ιδεολογικής ανασυγκρότησης του Διεθνούς Κοµµουνιστικού Κινήµατος.

Ιδιαίτερα στις συνθήκες της πανδηµίας, όπου αναβλήθηκαν µια σειρά από Διεθνείς Συναντήσεις, οι κοινές τοποθετήσεις όπως και οι τηλεδιασκέψεις ήταν ιδιαίτερα σηµαντικές µορφές δουλειάς.

 

  1. Στήριξη και ανάπτυξη της διεθνιστικής δράσης

Το Κόµµα µας στάθηκε στο πλευρό ΚΚ και κοµµουνιστών που διώκονται. Εξέδωσε ανακοινώσεις, καταγγελίες, έκανε διαβήµατα, πικετοφορίες σε πρεσβείες, κατέθεσε Ερωτήσεις στο Ευρωκοινοβούλιο, απέστειλε αντιπροσωπείες βουλευτών – ευρωβουλευτών σε δίκες ενάντια σε ΚΚ που διεξήχθησαν σε άλλες χώρες.

Πρωτοστάτησε στην οργάνωση αλληλεγγύης σε λαούς που βιώνουν την ξενική κατοχή και τις συνέπειες των ιµπεριαλιστικών επεµβάσεων κι εκβιασµών, όπως ο κουβανικός, ο παλαιστινιακός και ο κυπριακός λαός.

Το Κόµµα µας δυνάµωσε ακόµη περισσότερο τις διµερείς του σχέσεις µε δεκάδες ΚΚ απ’ όλον τον κόσµο, µεταφέροντας την πείρα του ΚΚΕ από τους αγώνες και τα συµπεράσµατα από τη µελέτη της 100χρονης ηρωικής Ιστορίας του. Επεδίωξε τη συνεργασία και τον συντονισµό της δράσης ακόµη και µε κόµµατα µε τα οποία έχει σοβαρές ιδεολογικές – πολιτικές διαφορές.

Ιδιαίτερη σηµασία έχει η στενή και συντροφική σχέση που έχει αναπτυχθεί µε το ΚΚ Τουρκίας, το γεγονός ότι ΚΚΕ και ΚΚΤ µπόρεσαν σε κρίσιµες στιγµές της προηγούµενης περιόδου να τοποθετηθούν µε Κοινές Ανακοινώσεις για τις εξελίξεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και στην περιοχή µας, ορθώνοντας µέτωπο στον εθνικισµό και στον κοσµοπολιτισµό του κεφαλαίου, δείχνοντας στους λαούς των δύο χωρών το δρόµο της πάλης ενάντια στους ιµπεριαλιστικούς σχεδιασµούς και τα συµφέροντα των αστικών τάξεων, το δρόµο της ειρήνης και φιλίας των λαών που είναι ο δρόµος του σοσιαλισµού.

Το ΚΚΕ στήριξε την προσπάθεια της ΚΝΕ που ανέκτησε κύρος και ανέλαβε σοβαρές ευθύνες για την ανάπτυξη και το συντονισµό της πάλης των Κοµµουνιστικών Νεολαιών, δίνοντας ώθηση στις Συναντήσεις των ευρωπαϊκών Κοµµουνιστικών Νεολαιών, προωθώντας πλούσιες διµερείς σχέσεις, αξιοποιώντας την πείρα που συγκεντρώθηκε από τη διαπάλη Κοµµουνιστικών Νεολαιών µε την αστική και οπορτουνιστική παρέµβαση µέσα στη νεολαία.

Το Κόµµα µας συνέχισε να στηρίζει τη δράση της Παγκόσµιας Συνδικαλιστικής Οµοσπονδίας (ΠΣΟ), του Παγκόσµιου Συµβουλίου Ειρήνης (ΠΣΕ), της Παγκόσµιας Οµοσπονδίας Δηµοκρατικών Νεολαιών (ΠΟΔΝ) και της Παγκόσµιας Δηµοκρατικής Οµοσπονδίας Γυναικών (ΠΔΟΓ), ενώ συµµετέχει στη Διεθνή Οµοσπονδία Αντιστασιακών (FIR). Στις διεθνείς αυτές οργανώσεις, που συγκροτήθηκαν κάτω από την ακτινοβολία της ΕΣΣΔ και της Αντιφασιστικής Νίκης, µετά το τέλος του Β΄ Παγκόσµιου ιµπεριαλιστικού Πολέµου, ασκεί σήµερα αρνητική επίδραση η ιδεολογικοπολιτική και οργανωτική αδυναµία των ΚΚ και η παρέµβαση οπορτουνιστικών και αστικών δυνάµεων. Σε αυτές τις διεθνείς οργανώσεις, που χάρη στην ενεργή παρέµβαση των κοµµουνιστών άντεξαν στο «τσουνάµι» της αντεπανάστασης, ενισχύονται οπορτουνιστικές και σοσιαλδηµοκρατικές αντιλήψεις, που συχνά έχουν τον πρώτο λόγο και κυριαρχούν στην ιδεολογικοπολιτική διαπάλη. Ακόµη και αστικές δυνάµεις επιδιώκουν να εκµεταλλευτούν την ιστορική διαδροµή και παρακαταθήκη αυτών των οργανώσεων, να επωφεληθούν από την άµβλυνση των αντικαπιταλιστικών αντανακλαστικών, από την ιδεολογική σύγχυση που επικρατεί και σε κοµµουνιστικές δυνάµεις, π.χ., για το οικονοµικό – πολιτικό περιεχόµενο του ιµπεριαλισµού, ώστε να προωθήσουν δικούς τους σχεδιασµούς, τη στήριξη της µιας έναντι άλλης ιµπεριαλιστικής συµµαχίας. Απαιτείται παραπέρα συζήτηση για τον συσχετισµό σε καθεµιά από αυτές τις οργανώσεις, την προοπτική τους, το πλαίσιο πάλης τους, την παρέµβαση των κοµµουνιστών.

 

 

 

Η διαδικασΙα της επαναστατικΗς

ανασυγκρΟτησης

 

  1. Παραµένει ως ζητούµενο η ιδεολογική – πολιτική – οργανωτική ανασυγκρότηση του ΔΚΚ σε συνθήκες µεγάλης υποχώρησης του εργατικού κινήµατος και παρά την όξυνση των αντιφάσεων του καπιταλισµού. Οι ρίζες της υποχώρησης είναι πολύ βαθιές, αφενός λόγω της αντεπαναστατικής επικράτησης στον πρώτο κύκλο της σοσιαλιστικής οικοδόµησης κατά τον 20ό αιώνα, αφετέρου λόγω της µεγάλης µακροχρόνιας ενσωµάτωσης ΚΚ στο αστικό πολιτικό σύστηµα.

Τα αδιέξοδα του καπιταλισµού, κάθε µορφής διαχείρισής του, αντικειµενικά διαµορφώνουν το έδαφος ανάπτυξης του εργατικού και κοµµουνιστικού κινήµατος. Στις σηµερινές συνθήκες, το Κόµµα µας, παραµένοντας αλληλέγγυο µε κάθε Κοµµουνιστικό κι Εργατικό Κόµµα που διώκεται, προτάσσει το ζήτηµα της ιδεολογικοπολιτικής ανασυγκρότησης του ΔΚΚ, µέσα από την ενίσχυση της κοινής δράσης µε τα Κοµµουνιστικά κι Εργατικά Κόµµατα που:

– Υπερασπίζονται τον µαρξισµό – λενινισµό και τον προλεταριακό διεθνισµό, την ανάγκη διαµόρφωσης ανάλογου πόλου.

– Υπερασπίζονται την επαναστατική προοπτική, συγκρούονται µε τις δυνάµεις του οπορτουνισµού και ρεφορµισµού, έχουν απορρίψει την κεντροαριστερή διαχείριση του καπιταλισµού και οποιαδήποτε άλλη παραλλαγή της «στρατηγικής των σταδίων».

– Υπερασπίζονται τις νοµοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης και οικοδόµησης, αναγνωρίζουν την πορεία σοσιαλιστικής οικοδόµησης στον 20ό αιώνα και ταυτόχρονα επιδιώκουν να ερευνήσουν, να συνειδητοποιήσουν τα προβλήµατα και τα λάθη, να αντλήσουν διδάγµατα.

– Έχουν σαφή ιδεολογικό µέτωπο µε λαθεµένες αντιλήψεις για τον ιµπεριαλισµό, ιδιαίτερα αυτές που αποκόβουν τη στρατιωτική – πολεµική επιθετικότητα από το οικονοµικό περιεχόµενο του ιµπεριαλισµού, µε αποτέλεσµα να µην έχουν µέτωπο απέναντι σε κάθε ιµπεριαλιστική συµµαχία.

– Αναπτύσσουν δεσµούς µε την εργατική τάξη, δραστηριοποιούνται στο συνδικαλιστικό κίνηµα, επιδιώκοντας να εντάξουν την πάλη για τα δικαιώµατα της εργατικής τάξης και των λαϊκών µεσαίων στρωµάτων σε µια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική για την εργατική εξουσία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ´

 

ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΓΧΩΡΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ.

ΑπΟ την ασθενικΗ ανΑκαΜψη στη νΕα

επιβρΑδυνση και τη ΜετεξΕλιξΗ της

σε βαθιΑ κρΙση της καπιταλιστικΗς οικονοΜΙας

 

24.Το χρονικό διάστηµα, που µεσολάβησε από το 20ό Συνέδριο, χαρακτηρίζεται από εναλλαγές στην εξέλιξη της ελληνικής καπιταλιστικής οικονοµίας. Αρχικά εκδηλώθηκε µια «αργόσυρτη» διαδικασία ανάκαµψης την περίοδο 2017 – 2019, για να ακολουθήσει στη συνέχεια στα τέλη του 2019 νέα επιβράδυνση που µετεξελίχθηκε, λόγω και των µέτρων διαχείρισης του κορονοϊού, σε νέα βαθιά καπιταλιστική κρίση το 2020, µε µείωση κατά 10% του ΑΕΠ, σύµφωνα µε τις υπάρχουσες εκτιµήσεις (π.χ. ΔΝΤ).

Η µείωση του ΑΕΠ στην Ελλάδα αναµένεται να είναι µεγαλύτερη από τον µέσο όρο της ΕΕ και της Ευρωζώνης, αλλά και από τις περισσότερες χώρες της ευρύτερης περιοχής.

Από τις αρχές του 2017 µέχρι το τέλος του 2019 το ΑΕΠ αυξήθηκε, σε σταθερές τιµές του 2010, µε έναν µέσο ετήσιο ρυθµό περίπου 1,8%, καλύπτοντας ένα µικρό µέρος της συρρίκνωσης κατά 25% του ΑΕΠ στην προηγούµενη κρίση (2008 – 2015).

Η συρρίκνωση του ΑΕΠ, ήδη από το 4ο τρίµηνο του 2019, αντανακλά κατά κύριο λόγο τη µείωση των εξαγωγών και τη µείωση των επενδύσεων. Η στασιµότητα στην Ευρωζώνη, η επιβράδυνση του παγκόσµιου ΑΕΠ και η απότοµη επιβράδυνση του διεθνούς εµπορίου ήδη από το 2019, πριν την εκδήλωση της πανδηµίας, επέδρασαν αρνητικά στην εγχώρια οικονοµία µε καθυστέρηση περίπου 6 µηνών.

Η σχετική αδυναµία αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου φαίνεται έκδηλα από τον επίσηµο δείκτη βιοµηχανικής παραγωγής της περιόδου προ κορονοϊού. Το 2019 ο σχετικός δείκτης µειώθηκε κατά 0,6% σε σχέση µε το 2018 οπότε είχε καταγραφεί αύξηση 1,6% και ο δείκτης της µεταποίησης σηµείωσε επιβράδυνση 1,2% έναντι της αύξησης 2,8% το 2018. Ο δείκτης από κλάδο σε κλάδο διαφοροποιείται λόγω της κλαδικής ανισοµετρίας, µε τον δυναµικό κλάδο του Φαρµάκου να καταγράφει αύξηση 23% και τον κλάδο προϊόντων διύλισης πετρελαίου να συρρικνώνεται κατά 8,6%, ενώ ο κλάδος µεταποίησης των τροφίµων είχε αύξηση 1,5%.

Η περίοδος 2017 – 2019 συνοδεύτηκε από µια σταδιακή αλλαγή της κλαδικής διάρθρωσης της εγχώριας οικονοµίας. Ισχυροποιήθηκαν ήδη δυναµικοί κλάδοι (Τηλεπικοινωνίες/Πληροφορική, φαρµακοβιοµηχανία, χηµική βιοµηχανία) µε την πραγµατοποίηση µεγάλου ύψους επενδύσεων και κερδών, κλάδοι παραγωγής εµπορευµάτων µε εξαγωγικό προσανατολισµό, ο εξωτερικός τουρισµός, Μεταφορές κ.λπ. Αντίθετα, ο τοµέας των κατασκευών και η σχετιζόµενη µε αυτόν µεταποιητική βιοµηχανική δραστηριότητα υποχώρησαν σηµαντικά. Η κλαδική αναδιάρθρωση της εγχώριας οικονοµίας προωθήθηκε µε συµβολή των κυβερνητικών σχεδίων και την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών προγραµµάτων (ΕΣΠΑ).

Η νέα κυβέρνηση, της ΝΔ, παρουσιαζόταν υπεραισιόδοξη για «αυξανόµενη δυναµική της εγχώριας οικονοµίας», εκτίµηση που καταρρίφθηκε πολύ γρήγορα.

Ως Κόµµα είχαµε πολύ έγκαιρα χαρακτηρίσει υπεραισιόδοξες τις προβλέψεις για ισχυρή ανάπτυξη της εγχώριας οικονοµίας το επόµενο µεσοπρόθεσµο διάστηµα. Είχαµε πολλαπλά προειδοποιήσει για τις αρνητικές επιπτώσεις της πολιτικής της λεγόµενης «εξωστρέφειας», η οποία προβλήθηκε από τις κυβερνήσεις ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, τον ΣΕΒ και την Τράπεζα της Ελλάδας, ως ένα σηµαντικό επίτευγµα µετά την κρίση. Η περιβόητη «πολιτική της εξωστρέφειας» οδηγούσε σε περαιτέρω ενσωµάτωση της εγχώριας οικονοµίας στην παγκόσµια καπιταλιστική αγορά, εποµένως και στην έκθεση σε µια πιο γενικευµένη κρίση.

 

 

Η κυβερνητικΗ οικονοΜικΗ πολιτικΗ

ΜετΑ την τυπικΗ λΗξη των ΜνηΜονΙων

 

  1. Το καλοκαίρι του 2018 έληξαν τυπικά τα µνηµόνια, ενώ ενεργοποιήθηκε το πλαίσιο ενισχυµένης εποπτείας. Τον Απρίλη του 2019 υποβλήθηκε το Πρόγραµµα Σταθερότητας και το Εθνικό Πρόγραµµα Μεταρρυθµίσεων, καθώς η χώρα εντάχθηκε στο πλαίσιο των υποχρεώσεων του Ευρωπαϊκού Εξαµήνου.

Η εκάστοτε κυβερνητική οικονοµική πολιτική σχεδιάζεται και εξελίσσεται µε βάση τις συνολικές ανάγκες αλλά και τις εσωτερικές αντιθέσεις του µεγάλου κεφαλαίου. Η εκάστοτε κυβερνητική εναλλαγή εκφράζει, µεταξύ άλλων, και ενδοκεφαλαιακές αντιθέσεις, διαφοροποιήσεις στα επιµέρους αστικά συµφέροντα, διαφορετικό ρυθµό υλοποίησης ορισµένων πλευρών της αστικής στρατηγικής, όµως ο στρατηγικός αστικός σχεδιασµός παραµένει απαράλλακτος. Ο πυρήνας του αφορά τη διαµόρφωση όρων επιτάχυνσης της καπιταλιστικής ανάπτυξης, τη γεωπολιτική αναβάθµιση της χώρας, τη στροφή στους κλάδους όπου η χώρα «έχει ανταγωνιστικά πλεονεκτήµατα» καθώς και τη θωράκιση του συστήµατος µπροστά σε ενδεχόµενη απότοµη και µαζική λαϊκή αντίδραση.

Από την κυβέρνηση της ΝΔ υιοθετήθηκαν νοµοθετικές ρυθµίσεις για την «έµµεση» στήριξη της κερδοφορίας του κεφαλαίου και την προσέλκυση επενδύσεων (αλλαγές χρήσης γης, στο καθεστώς επενδύσεων, στην άρση µηχανισµών που εµπόδιζαν τη συγκεντροποίηση κ.ά.) αλλά και την άµεση στήριξη των µονοπωλιακών οµίλων (φοροελαφρύνσεις, αξιοποίηση κονδυλίων ΕΣΠΑ και ευρωπαϊκών πόρων κ.ά.).

Παραµένει σταθερός ο προσανατολισµός της για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου µέσα από την πολιτική φθηνότερης εργατικής δύναµης, την προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων. Η διασφάλιση φθηνής εργατικής δύναµης και η αύξηση του βαθµού εκµετάλλευσης αποτελούν την προϋπόθεση για την προσέλκυση των νέων µεγάλων επενδύσεων της λεγόµενης «ψηφιακής» και της «πράσινης» οικονοµίας. Κλιµακώνεται η επίθεση στην εργατική τάξη µε νέες ρυθµίσεις για την ελαστικοποίηση του εργάσιµου χρόνου, τη σχετική µείωση των εργοδοτικών εισφορών και την επιβολή πλήρως ανταποδοτικού κεφαλαιοποιητικού συστήµατος στο Ασφαλιστικό, τη µείωση των συντάξεων και του µέσου µισθού, την άρση προστασίας της πρώτης κατοικίας. Επίσης, όλοι οι µηχανισµοί διασύνδεσης των αυτοαπασχολουµένων της πόλης και της υπαίθρου µε τη βιοµηχανία και το εµπόριο αναπαράγουν τις υποχρεώσεις τους (σε τράπεζες, Δηµόσιο, ΕΛΓΑ κ.λπ.).

 

Οι επιπτΩσεις απΟ τη γενικοτερη

δανειακΗ επιβΑρυνση της χΩρας

 

  1. Η γενικότερη δανειακή επιβάρυνση είναι πλευρά των αντιφάσεων της καπιταλιστικής λειτουργίας. Η αντιµετώπιση του προβλήµατος των «κόκκινων» δανείων υπέρ των τραπεζών και η προώθηση της συγκεντροποίησης γης υλοποιήθηκαν µέσα από τις σχετικές κυβερνητικές παρεµβάσεις και κυρίως µέσα από την απελευθέρωση των πλειστηριασµών ως εργαλείου πίεσης των λαϊκών στρωµάτων για έστω και περιορισµένη αποπληρωµή οφειλών.

Οι προβλέψεις για το 2021 είναι δυσοίωνες για το εγχώριο τραπεζικό σύστηµα, καθώς υπάρχει εκτίµηση για νέο µεγαλύτερο ύψος µη εξυπηρετούµενων δανείων. Σύµφωνα µε τους υπολογισµούς της Τράπεζας της Ελλάδας, ο λόγος των µη εξυπηρετούµενων δανείων προς το σύνολο των δανείων θα είναι ο υψηλότερος και πολλαπλάσιος του µέσου όρου της ΕΕ, ενώ οι οριστικές και εκκαθαρισµένες αναβαλλόµενες φορολογικές απαιτήσεις των τραπεζών θα προσεγγίζουν, στις αρχές του 2022, το 75% των εποπτικών κεφαλαίων.5

Με δεδοµένη τη σηµασία του τραπεζικού συστήµατος στην καπιταλιστική λειτουργία, το εργατικό – λαϊκό κίνηµα πρέπει να επαγρυπνεί και να αναπτύσσει το δικό του µέτωπο πάλης.

Σύµφωνα µε τις εκτιµήσεις του ΔΝΤ, το δηµόσιο χρέος από 180,9% του ΑΕΠ το 2019 µπορεί να εκτιναχθεί στο 208% το 2020 και να διατηρηθεί πάνω από το 200% την επόµενη τετραετία, ενώ θα αυξηθούν οι ετήσιες χρηµατοδοτικές ανάγκες για τη διαχείριση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ.

 

 

Η παροΥσα κρΙση και οι επιπτΩσεις της

στους διΑφορους κλΑδους της οικονοΜΙας

 

  1. Και η παρούσα κρίση εκδηλώνεται ανισόµετρα στους διάφορους κλάδους της ελληνικής οικονοµίας, συνοδεύεται από εκτεταµένη καταστροφή του επενδυµένου κεφαλαίου στον κλάδο του Τουρισµού, κυρίως του µικρού κεφαλαίου, ενώ η όποια φάση ανάκαµψής του θα συνοδευτεί από νέο γύρο συγκεντροποίησής του στον κλάδο. Η κρίση σε συνδυασµό µε τα µέτρα διαχείρισης του κορονοϊού αναµένεται να ελαττώσουν τον τοµέα του εσωτερικού Τουρισµού – Επισιτισµού – διασκέδασης και να τροφοδοτήσουν νέο γύρο επενδύσεων στον κλάδο που θα στρέφονται στον εισαγόµενο τουρισµό. Η µεγαλύτερη συρρίκνωση, εκτός από τον τοµέα του λιανικού εµπορίου και του Τουρισµού, καταγράφεται στους κλάδους του Επισιτισµού, των Αεροµεταφορών, του θεάµατος – διασκέδασης. Σύµφωνα µε σχετικές εκτιµήσεις, ένα σηµαντικό µέρος µικρών επιχειρήσεων θα κλείσει άµεσα και ένα άλλο µέρος θα επιβαρυνθεί µε σηµαντικές υποχρεώσεις που θα κληθεί να εξοφλήσει το επόµενο διάστηµα, ενώ η ανεργία αναµένεται να αγγίξει το 20%.

Οι ανακατατάξεις στους κλάδους πυροδοτούν τη διαπάλη µεταξύ εκπροσώπων του κεφαλαίου κατά κλάδο για την κατεύθυνση της κρατικής παρέµβασης (ενισχύσεις, φοροαπαλλαγές κ.λπ.), αναζωογονούν παλιές αντιθέσεις, π.χ. µεταξύ βιοµηχάνων κι εκπροσώπων του τουριστικού ή εµπορικού τοµέα για τη λεγόµενη αλλαγή «παραγωγικού µοντέλου», την ενίσχυση της βιοµηχανικής παραγωγής. Δεν πρόκειται µόνο για την –µε ιστορικές ρίζες– σχετική συζήτηση στην Ελλάδα για τη διαχρονική υστέρηση της ανάπτυξης βιοµηχανίας µέσων παραγωγής. Η σηµερινή συζήτηση και οι σχετικές ενδοκεφαλαιακές αντιθέσεις αφορούν συνολικότερα την ΕΕ και τις ΗΠΑ, ως αποτέλεσµα της εκτεταµένης εξαγωγής βιοµηχανικού κεφαλαίου στην Κίνα και σε άλλες χώρες της Ασίας που είχε προηγηθεί.

Οι σηµερινές αλλά και οι µελλοντικές αντιθέσεις σχετίζονται µε σειρά ακόµη και ενδοκλαδικών ανακατατάξεων (µε τάσεις, π.χ., στην αυτοκινητοβιοµηχανία προς το ηλεκτρικό αυτοκίνητο, στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας προς τις ΑΠΕ κ.ά.) που συχνά προβάλλονται ως «πράσινη παραγωγή – οικονοµία», ως πιο φιλική προς την προστασία του περιβάλλοντος.

Σε αυτές τις συνθήκες είναι δύσκολο να προβλέψουµε εάν η επαναφορά σε σχετική ανάκαµψη θα γίνει µε την άρση των περιοριστικών µέτρων λόγω της πανδηµίας ή εάν, αντίθετα, η συνολική διεθνής κατάσταση θα έχει πιο µακρόχρονη επίδραση στην ανάσχεση της ανάκαµψης.

Η πρόσφατη Ιστορία βέβαια έχει αποδείξει ότι οι διεθνείς κρίσεις δεν µεταφράζονται άµεσα και ανάλογα στον χρόνο και στο βάθος τους στην εγχώρια οικονοµία. Ιδιαίτερα πρέπει να συνυπολογίσουµε πως σε σχέση µε το –ακόµα και πρόσφατο– παρελθόν έχει αυξηθεί ο «βαθµός εξωστρέφειας» της ελληνικής οικονοµίας, καθιστώντας την περισσότερο «ευάλωτη» σε διεθνείς αναταράξεις που χαρακτηρίζονται και από την όξυνση των αντιθέσεων µεταξύ των ΗΠΑ, Κίνας, Γερµανίας. Οι παράγοντες αυτοί, σε συνδυασµό µε την κατάσταση του εγχώριου χρηµατοπιστωτικού συστήµατος, καθιστούν ιδιαίτερα επισφαλείς τις όποιες προβλέψεις για ανάπτυξη της ελληνικής οικονοµίας τα επόµενα χρόνια. Αυτό επιβεβαιώνουν και οι εκτιµήσεις των διεθνών οργανισµών, όπως ο ΟΟΣΑ, το ΔΝΤ κ.λπ., τόσο για το βάθος της κρίσης το 2020, ακόµα και το 2021, όσο και για τον προβλεπόµενο ρυθµό ανάκαµψης το 2022, εκτιµήσεις που βρίσκονται σε µεγάλη απόκλιση από τις αρχικές ανεδαφικές, υπεραισιόδοξες κυβερνητικές προβλέψεις.

 

 

Οι προσαρΜογΕς στη διαχεΙριση της αστικΗς

οικονοΜικΗς πολιτικΗς στις συνθΗκες της νΕας διεθνοΥς κρΙσης

 

  1. Η εκδήλωση της νέας διεθνούς κρίσης και η αντίστοιχη πτώση των νέων ιδιωτικών επενδύσεων οδήγησαν σε αλλαγές και προσαρµογές της αστικής οικονοµικής πολιτικής µε στόχο την ενθάρρυνσή τους.

Στην Ελλάδα, όπως και στην ΕΕ και διεθνώς, οι κυβερνήσεις και γενικότερα το αστικό πολιτικό σύστηµα συγκλίνουν στην υιοθέτηση µεγαλύτερης κρατικής παρέµβασης, επεκτατικής δηµοσιονοµικής πολιτικής και νοµισµατικής χαλάρωσης, για να στηριχτεί η ανάπτυξη της ελληνικής οικονοµίας.

Από φιλελεύθερες συντηρητικές δυνάµεις η επιλογή αυτή εµφανίζεται ως η κατάλληλη για την «έκτακτη κατάσταση» της απότοµης συρρίκνωσης της παραγωγής και της έλλειψης ιδιωτικών επενδύσεων. Από σοσιαλδηµοκρατικές και οπορτουνιστικές δυνάµεις προβάλλεται ως «προοδευτική στροφή, µετά την αποτυχία του νεοφιλελευθερισµού». Στη χώρα µας, τα αστικά κόµµατα ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ κρίνουν την κυβερνητική πολιτική της ΝΔ ως µη συνεπή προσαρµογή στην αντίστοιχη ευρωενωσιακή, ενώ τα ίδια παρουσιάζονται ως πιο αυθεντικοί εκφραστές µιας ανάλογης, πιο επεκτατικής, κρατικής πολιτικής, χωρίς πειστικότητα, αφού βαρύνονται ως υπεύθυνοι της µνηµονιακής διαχείρισης της οικονοµικής κρίσης.

Είναι περιορισµένη η δυνατότητα της µεγαλύτερης κρατικής παρέµβασης να αµβλύνει τις αρνητικές συνέπειες για τον λαό από το µεγάλο βάθος της κρίσης. Η όξυνση του ανταγωνισµού των ιµπεριαλιστικών κέντρων στη διεθνή καπιταλιστική αγορά θέτει αντικειµενικούς περιορισµούς στην επεκτατική δηµοσιονοµική πολιτική που ακολουθείται σήµερα στην ΕΕ και στην Ελλάδα. Η µεγάλη απόκλιση από τους δηµοσιονοµικούς στόχους θα οδηγήσει αργά ή γρήγορα σε νέα σκληρά µέτρα που θα κληθούν να πληρώσουν η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώµατα. Ήδη αυξάνεται η γερµανική πίεση για επαναφορά της εφαρµογής των όρων του Συµφώνου Σταθερότητας µετά το 2021 σχετικά µε τον περιορισµό των κρατικών χρεών και των ετήσιων ελλειµµάτων. Το κρατικό χρέος της Ελλάδας ξεπερνά πλέον το 200% του ΑΕΠ και οι δαπάνες εξυπηρέτησής του θα αυξηθούν το επόµενο διάστηµα.

Έτσι αναπαράγεται ο φαύλος κύκλος της άµεσης κρατικής επεκτατικής παρέµβασης για την υποβοήθηση της καπιταλιστικής αναπαραγωγής και τον εκ νέου περιορισµό της, φάση στην οποία πάλι τις συνέπειες πληρώνουν οι εργαζόµενοι.

Η κυβέρνηση της ΝΔ, προκειµένου να αντιµετωπίσει τα προβλήµατα που συνδυαστικά πλήττουν την εγχώρια οικονοµία, έλαβε µια σειρά από βραχυπρόθεσµα µέτρα που στηρίχτηκαν σε νέο κρατικό δανεισµό που ξεπέρασε τα 12 δισ. ευρώ. Επίσης αξιοποίησε τα «µατωµένα πλεονάσµατα» της προηγούµενης περιόδου, προετοιµάζοντας παράλληλα ένα µεγάλο «πακέτο» χρηµατοδότησης της καπιταλιστικής οικονοµίας, µε τη µερίδα του λέοντος «των µέτρων στήριξης» να κατευθύνεται στην ενίσχυση των επιχειρηµατικών οµίλων.

Η µεσοπρόθεσµη πολιτική της κυβέρνησης, που κοστολογείται σε περίπου 70 δισ. ευρώ, αποτελεί την ελληνική εκδοχή της ευρωενωσιακής «απάντησης» στη νέα κρίση, που αφορά πλέον όλες τις οικονοµίες της ΕΕ. Στοχεύει κυρίως στη στήριξη των επενδύσεων στην «πράσινη» και «ψηφιακή» µετάβαση, αποδεικνύοντας ότι το πρόβληµα αναπαραγωγής στην Ελλάδα, αλλά και στην ΕΕ, είναι πολύ βαθύτερο από τις συνέπειες της πανδηµίας, αφού ως κύρια λύση αναγορεύεται ο «πράσινος και ψηφιακός µετασχηµατισµός της ευρωενωσιακής οικονοµίας».

Το πακέτο χρηµατοδότησης της ΕΕ και η συµµετοχή της Ελλάδας στο Ταµείο Ανάκαµψης είναι συνδεδεµένο µε ένα εθνικό αναπτυξιακό σχέδιο, που θα καθορίζει τις µεταρρυθµιστικές κι επενδυτικές προτεραιότητες έως το 2026, το οποίο θα πρέπει να υποβάλει κάθε κράτος – µέλος και αποτελεί προϋπόθεση για να προχωρήσει η εκταµίευση της χρηµατοδότησης. Το σχέδιο ευθυγραµµίζεται τόσο µε τον σχεδιασµό και τις προτεραιότητες της ΕΕ όσο και µε τις απαιτήσεις του εγχώριου κεφαλαίου. Το µεγαλύτερο µέρος της χρηµατοδότησης θα αξιοποιηθεί για την υλοποίηση µεγάλων επενδυτικών έργων «πράσινης» ανάπτυξης (τουλάχιστον 37%) και προώθησης νέων ψηφιακών λύσεων (τουλάχιστον 20%). Ήδη το επόµενο διάστηµα αναµένεται η δηµοπράτηση για το φάσµα του 5G, ενώ έχει ανακοινωθεί η επένδυση της «Microsoft» στην Αττική.

Η αστική πολιτική, παρά το γεγονός ότι η οικονοµία εκτίθεται ακόµη περισσότερο στις διεθνείς αναταραχές, αναδεικνύει την «εξωστρέφεια» ως βασικό µοχλό της εγχώριας οικονοµίας, µε κεντρικό στόχο να συνδέσει οργανικά και τη βιοµηχανική παραγωγή σε αυτήν την κατεύθυνση, µε τη «σχετική συµµετοχή των διεθνών εµπορεύσιµων αγαθών και υπηρεσιών στο εθνικό προϊόν».

Η «εξωστρέφεια» του εγχώριου κεφαλαίου εναρµονίζεται µε τον βαθµό διεθνοποίησης της παγκόσµιας καπιταλιστικής αγοράς, τις αυξανόµενες αλληλεξαρτήσεις, τον ιστορικό προσανατολισµό που έχει στις διεθνείς µεταφορές, στον διεθνή τουρισµό και σε ανάλογους µεταποιητικούς κλάδους (Τρόφιµα, Ποτά, Μεταλλουργία κ.ά.).

Το σχέδιο της Επιτροπής Πισσαρίδη αποκαλύπτει ποια θα είναι η επόµενη µέρα της «επιστροφής στην κανονικότητα»: Εφιάλτης για τον λαό, µε κλιµάκωση της πολιτικής επιβολής φθηνής εργατικής δύναµης και ολοκλήρωση της επίθεσης στα ασφαλιστικά δικαιώµατα των εργαζοµένων. Παράδεισος για τους µονοπωλιακούς οµίλους, µε νέες φοροαπαλλαγές και µέτρα επιτάχυνσης της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου.

 

 

Η επιδοΜατικΗ πολιτικΗ της κυβΕρνησης

σε συνθΗκες lockdown

 

  1. Η κυβέρνηση, στις συνθήκες lockdown, πήρε και ορισµένα µέτρα έκτακτης επιδότησης των µακροχρόνιων ανέργων, παράτασης του χρόνου καταβολής του επιδόµατος ανεργίας, συγκράτησης του εργατικού – λαϊκού εισοδήµατος, µπροστά στο ενδεχόµενο απότοµης – µεγάλης συρρίκνωσής του και ανέλεγκτης αύξησης της ανεργίας.

Ωστόσο, ένα τµήµα των µέτρων αυτών (επιδόµατα, αναστολές πληρωµών και εισφορών χωρίς τη διαγραφή µέρους τους κ.λπ.) έχουν καθαρά προσωρινό χαρακτήρα, αφού µετατοπίζουν τον βασικό όγκο των οφειλών αυτών στο µέλλον, καθιστώντας τες ουσιαστικά µη διαχειρίσιµες.

Ένα άλλο τµήµα αυτών, π.χ. οι «αποζηµιώσεις ειδικού σκοπού», η επιδότηση ασφαλιστικών εισφορών, ήταν στην πραγµατικότητα στήριξη των επιχειρηµατικών οµίλων, µε το κράτος να αναλαµβάνει µεγάλο µέρος της µισθολογικής δαπάνης κατά την περίοδο περιορισµού ή της διακοπής της λειτουργίας τους. Επίσης, η χρηµατοδότηση των δόσεων των στεγαστικών δανείων µέχρι και 80% συνέβαλαν και στην προστασία της ρευστότητας των τραπεζών και στην αποφυγή της δηµιουργίας νέων «κόκκινων» δανείων.

Αντίστοιχα, ορισµένα µέτρα στήριξης των µικροµεσαίων επιχειρήσεων, π.χ. προγράµµατα επιστρεπτέας προκαταβολής, υπηρετούν διπλό σκοπό. Επιδιώκουν να στηρίξουν ένα πιο δυναµικό τµήµα µικροµεσαίων επιχειρήσεων που έχει πληγεί αυτήν την περίοδο, προσφέροντας ορισµένη ρευστότητα, και, από την άλλη, να περιορίσουν σε έναν βαθµό τα εκτεταµένα αδιέξοδα και το ενδεχόµενο άµεσων µαζικών λουκέτων στις µικρές επιχειρήσεις που απασχολούν περιστασιακά ή και καθόλου προσωπικό.

 

 

Η επιτΑχυνση του ψηφιακοΥ ΜετασχηΜατισΜοΥ

 

  1. Η εκδήλωση της πανδηµίας αξιοποιήθηκε από την κυβέρνηση ως ευκαιρία για να επιταχυνθεί το σχέδιο ψηφιακού µετασχηµατισµού της οικονοµίας. Στην κατεύθυνση αυτή, προχώρησε ο ψηφιακός µετασχηµατισµός λειτουργιών της κρατικής διοίκησης, απορροφήθηκαν ευρωενωσιακά κονδύλια για την προώθηση επενδύσεων σε ψηφιακές υποδοµές, έγινε υποχρεωτική ψηφιοποίηση σε σειρά από πτυχές της οικονοµικής και κοινωνικής ζωής, ενώ το φθηνό και εκπαιδευµένο εργατικό δυναµικό στις νέες τεχνολογίες έχει καταστήσει τη χώρα και πεδίο κάποιων επενδύσεων παραγωγής σχετικών τεχνολογικών εµπορευµάτων και υπηρεσιών. Ταυτόχρονα, ο ψηφιακός εκσυγχρονισµός στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονοµίας και ο ψηφιακός µετασχηµατισµός των κρατικών λειτουργών αξιοποιούνται για την προώθηση της εντατικοποίησης της εργασίας και την αύξηση του βαθµού εκµετάλλευσης (π.χ. τηλεργασία) και αυξάνουν τις δυνατότητες παρακολούθησης και καταστολής του λαού.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε´

 

ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

 

  1. Στα χρόνια που µεσολάβησαν από το 20ό Συνέδριο, µε την τελευταία διετία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ αλλά και την κυβερνητική εναλλαγή ανάµεσα σε ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, επιβεβαιώθηκε ακόµη περισσότερο η σύµπτωση των βασικών δυνάµεων του αστικού πολιτικού συστήµατος στους στρατηγικούς στόχους της αστικής τάξης και στις αντίστοιχες πολιτικές επιλογές.

Οι ενιαίοι αυτοί στόχοι είναι:

‣ Η προσπάθεια γεωστρατηγικής αναβάθµισης της ελληνικής αστικής τάξης µέσα από τον ενεργότερο ρόλο της στα σχέδια των ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ και την ενίσχυση των θέσεών της στα Βαλκάνια, στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, στην Ανατολική Μεσόγειο.

‣ Η υποστήριξη της εµβάθυνσης στην ενοποίηση της ΕΕ.

‣ Η πορεία ανάκαµψης της ελληνικής οικονοµίας, µε τη διαµόρφωση πιο ευνοϊκού περιβάλλοντος για την προσέλκυση επενδύσεων, µε την προώθηση του νέου «παραγωγικού προτύπου», της «πράσινης» οικονοµίας, της «ψηφιακής µετάβασης» κ.λπ.

‣ Η σταθεροποίηση του αστικού πολιτικού συστήµατος και η περαιτέρω θωράκιση του αστικού κράτους απέναντι σε πιθανούς κλυδωνισµούς και κυρίως απέναντι στην πάλη του εργατικού – λαϊκού κινήµατος.

 

Εµβληµατικές εκδηλώσεις αυτής της σύµπτωσης ήταν:

‣ Η Στρατηγική Συµφωνία µε τις ΗΠΑ, που υπέγραψε κι εγκαινίασε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ενώ επέκτεινε η κυβέρνηση της ΝΔ.

‣ Η Συµφωνία των Πρεσπών, που υπαγορεύτηκε από την επιδίωξη ενίσχυσης της παρουσίας του ΝΑΤΟ και της ΕΕ στα Δυτικά Βαλκάνια.

‣ Οι διαδοχικές νοµοθετικές παρεµβάσεις για την περαιτέρω ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας, για τη στήριξη των προνοµίων του κεφαλαίου και των διάφορων επενδυτικών σχεδίων.

‣ Η ενίσχυση του αντιδραστικού οπλοστασίου του αστικού κράτους µε µέτρα κατά της απεργίας, των σωµατείων κ.λπ.

Χαρακτηριστικό είναι, επίσης, ότι επί κυβερνήσεων ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ διαδοχικά ψηφίστηκαν από κοινού, µαζί και µε το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ, στρατηγικής σηµασίας νοµοσχέδια, όπως και αλλαγές σε βασικά άρθρα του Συντάγµατος, ιδιαίτερα σε αυτά που αφορούν την κυβερνητική σταθερότητα και την αδιατάρακτη εφαρµογή της κυρίαρχης πολιτικής.

Ο ενιαίος στόχος της σταθεροποίησης του αστικού πολιτικού συστήµατος προωθείται µέσα από την ενσωµάτωση και την καταστολή. Εναλλάσσεται η γενικευµένη επίκληση της «εθνικής οµοψυχίας» και της ανάγκης ενός «νέου κοινωνικού συµβολαίου» για την ενσωµάτωση εργατικών – λαϊκών δυνάµεων στους στόχους της αστικής τάξης, µε την εφαρµογή νέων και πιο εξελιγµένων µεθόδων κρατικής καταστολής.

Ιδιαίτερο βάρος δίνει το αστικό πολιτικό σύστηµα στην ενσωµάτωση της νεολαίας, προβάλλοντας την αστική δηµοκρατία ως τη µορφή διακυβέρνησης που εγγυάται τις ατοµικές ελευθερίες και δικαιώµατα, που σέβεται την ατοµική διαφορετικότητα, σε αντιπαράθεση µε την «κρατική καταπίεση» του σοσιαλισµού που γνωρίσαµε στον 20ό αιώνα. Παράλληλα, προβάλλει την εικόνα ενός «ανεκτικού» καπιταλισµού, που µπορεί µε την κατάλληλη διαχείριση και την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών να γίνει κοινωνικά πιο δίκαιος και πιο φιλικός στο περιβάλλον, ένας «έξυπνος», «πράσινος», «ανθρώπινος» καπιταλισµός.

Αυτές οι κοινές επιδιώξεις δεν αναιρούν υπαρκτές διαφορές ανάµεσα στα αστικά κόµµατα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι αυτές οι διαφορές απολυτοποιούνται και υπερπροβάλλονται για να στηριχτούν αποπροσανατολιστικές διαχωριστικές γραµµές αντιπαράθεσης, όπως «Δεξιά – δηµοκρατικές δυνάµεις», «ελεύθερη αγορά – ενισχυµένη κρατική παρέµβαση», «νεοφιλελευθερισµός – σοσιαλδηµοκρατία». Είναι υπαρκτές διαφορές που αντανακλούν κυρίως αντιθέσεις στο εσωτερικό της αστικής τάξης της χώρας, αλλά και αντιθέσεις σε αστικές τάξεις συµµάχων της στο διεθνές ιµπεριαλιστικό σύστηµα, που διαπερνούν οριζόντια όλα τα αστικά κόµµατα. Ωστόσο, τις περισσότερες φορές υπερπροβάλλονται και για αντιπολιτευτικούς λόγους και ανάλογα µε το λεγόµενο πολιτικό «ακροατήριο» και την επιδίωξη εκλογικής προσέγγισης συγκεκριµένων κοινωνικών στρωµάτων, καθώς και λόγω ιστορικών καταβολών του κάθε κόµµατος.

Οι διαφορές σχετίζονται κυρίως µε τον τρόπο και το µείγµα της αστικής διαχείρισης της καπιταλιστικής οικονοµίας, τον βαθµό της κρατικής παρέµβασης κ.λπ., έτσι ώστε να επιτυγχάνονται, ανάλογα και µε τη φάση του οικονοµικού κύκλου, η καπιταλιστική αναπαραγωγή και η ενσωµάτωση εργατικών – λαϊκών δυνάµεων. Σε αυτές επιδρούν σηµαντικά και οι διεθνείς συµµαχίες κι επιλογές της αστικής τάξης, ιδιαίτερα σε συνθήκες όξυνσης των ενδοϊµπεριαλιστικών αντιθέσεων, µε δεδοµένο πάντα τον ευρωατλαντικό προσανατολισµό της αστικής τάξης και των κοµµάτων της.

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ «ΨηφιακΗ ΔιακυβΕρνηση»

 

  1. Με αφορµή την πανδηµία επιταχύνθηκε από την κυβέρνηση της ΝΔ, µε τη σύµφωνη γνώµη και των άλλων κοµµάτων, η προώθηση µιας σειράς «µεταρρυθµίσεων» που αφορούν κυρίως τον λεγόµενο «ψηφιακό µετασχηµατισµό της κοινωνίας και του κράτους», την «ψηφιακή διακυβέρνηση» κ.λπ.

Ο ταξικός χαρακτήρας αυτών των αλλαγών επιχειρείται να επισκιαστεί από την υπερπροβολή αναγκαίων εκσυγχρονισµών για τη λειτουργικότητα κρατικών υπηρεσιών. Αυτό υπηρετούν τα ιδεολογήµατα περί πιο «αποτελεσµατικού κράτους», «βελτίωσης στις σχέσεις κράτους – πολίτη». Ωστόσο, οι µεγάλες τοµές αφορούν κυρίως τη διαµόρφωση πιο φιλικού επενδυτικού περιβάλλοντος, µέσω, π.χ., της επιτάχυνσης αδειοδότησης επενδύσεων και δεν αφορούν τις ανάγκες και την προστασία του λαού.

Η τηλεργασία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγµα για το πώς προσαρµόζονται οι νέες τεχνολογίες –και κυρίως οι ψηφιακές– στις ανάγκες του κεφαλαίου. Η ψηφιοποίηση χρησιµοποιείται ως εργαλείο εντατικοποίησης της εργασίας αλλά και της κρατικής καταστολής. Είναι διάτρητο το «δίχτυ προστασίας των προσωπικών δεδοµένων» που επικαλούνται τα αστικά επιτελεία, αφού είναι πάντα διαθέσιµα σε µονοπωλιακούς οµίλους, κρατικές και ιδιωτικές υπηρεσίες ασφαλείας. Το εµπόριο δεδοµένων αποτελεί µία πολύ επικερδή δραστηριότητα σε παγκόσµια κλίµακα.

Παράλληλα, αστικά κόµµατα εµφανίζουν ως εκσυγχρονισµό στη λειτουργία τους την ψηφιοποίησή τους. Άσχετα µε την –µέχρι στιγµής– αποτυχία τέτοιων εγχειρηµάτων στη χώρα µας (βλ. i-SYRIZA), τέτοιες αλλαγές θα επιταχυνθούν, διαµορφώνοντας ακόµα πιο «προσωποπαγή» κόµµατα, κόµµατα µε µέλη – «ψηφιακούς ακόλουθους», σε πλήρη αντιδιαστολή µε την «περισσότερη δηµοκρατία» την οποία επικαλούνται.

Τέτοιες αλλαγές επιδιώκεται να επιβληθούν και στα συνδικάτα, στους φοιτητικούς συλλόγους (ηλεκτρονικές ψηφοφορίες, µητρώο συνδικαλιστικών στελεχών) κ.ά. Το γεγονός ότι ιδιαίτερα η νέα γενιά είναι εξοικειωµένη µε την επικοινωνία, όπως έχει σήµερα διαµορφωθεί, και τη στρεβλή κοινωνικοποίηση που αυτή διαµορφώνει, αξιοποιείται ώστε αυτές οι αντιδραστικές αλλαγές να εµφανίζονται ως αυτονόητες. Στην πραγµατικότητα, γίνονται νέα εργαλεία κρατικής κι εργοδοτικής χειραγώγησης εργατικών και άλλων δυνάµεων, της νεολαίας τους, µε στόχο την υπονόµευση της συµµετοχής, της συζήτησης, των µαζικών δηµοκρατικών διαδικασιών κ.λπ.

 

 

Για τη ΔηΜοτικΗ και ΠεριφερειακΗ ΔιοΙκηση

 

  1. Στοιχείο της αναµόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήµατος και των διεργασιών που συντελούνται σε αυτό είναι και αλλαγές στη δηµοτική και περιφερειακή διοίκηση, που αποτελεί τµήµα του κρατικού µηχανισµού.

Το πλέγµα των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων στην Τοπική Διοίκηση, µε αφετηρία τη δεκαετία του 1990 («Καποδίστριας»), βαθαίνει τη δεκαετία της καπιταλιστικής κρίσης («Καλλικράτης» – «Κλεισθένης»), έχοντας εδραιώσει τα τοπικά και περιφερειακά όργανα ως οργανικές διοικητικές µονάδες και κρίκους του κρατικού µηχανισµού της αστικής τάξης. Οι νέες αρµοδιότητες και διοικητικές λειτουργίες που έχουν αναλάβει ενισχύουν τον ταξικό τους χαρακτήρα και ρόλο, πλάι σε αυτό των κεντρικών οργάνων του αστικού κράτους. Έχουν ισχυροποιηθεί θεσµικά και λειτουργικά οι δηµοσιονοµικές και επιχειρηµατικές τους αρµοδιότητες και είναι ορατές οι βαθιά αρνητικές επιπτώσεις στη ζωή και το εισόδηµα των εργατικών – λαϊκών νοικοκυριών.

Η µεταφορά ορισµένων κεντρικών κρατικών αρµοδιοτήτων στην ευθύνη των τοπικών οργάνων συνδέεται ευθέως µε τον δραστικό περιορισµό της χρηµατοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισµό, την ένταση της φοροεπιδροµής και την επιβάρυνση του λαϊκού εισοδήµατος. Συνδέεται ακόµη µε την εµπορευµατοποίηση και υποβάθµιση βασικών κοινωνικών δοµών και υπηρεσιών καθώς και µε την ανατροπή εργασιακών σχέσεων και δικαιωµάτων.

Εντείνεται στη φάση του νέου κύκλου της οικονοµικής κρίσης η προσπάθεια της κυβέρνησης της ΝΔ να µπει µπροστά η Τοπική Διοίκηση και οι φορείς της, ώστε πιο στοχευµένα και συγκεντρωµένα κρατικοί/ευρωενωσιακοί πόροι να στραφούν σε περιφερειακά δίκτυα και υποδοµές, µε στόχο την προσέλκυση κεφαλαίων, τη διευκόλυνση και ενίσχυση της κερδοφορίας τους. Ενισχύεται µε νέα επιχειρησιακά και χρηµατοδοτικά εργαλεία για την ώθηση της επιχειρηµατικής αξιοποίησης τοπικών πόρων, τη διαχείριση των απορριµµάτων µε βάση τις επιλογές των επιχειρηµατικών οµίλων, την αντικατάσταση και «αποκατάσταση» των λιγνιτικών περιοχών, την προώθηση των ΑΠΕ, την επιχειρηµατική αξιοποίηση δηµόσιων και δηµοτικών εκτάσεων, δασών, ακτών και άλλων υποδοµών από το τουριστικό και άλλο κεφάλαιο.

Οι θεσµοί της λεγόµενης Κοινωνικής Οικονοµίας, των δικτύων «εθελοντισµού», µε την οµπρέλα και τη σύµπραξη της Τοπικής Διοίκησης, αξιοποιούνται ως µοχλός προώθησης και λαϊκής «νοµιµοποίησης» των στόχων κι επιδιώξεων του κεφαλαίου.

Τα µέτρα «εκσυγχρονισµού και αναδιοργάνωσης» του αστικού κράτους και των τοπικών θεσµών του, ώστε να ανταποκρίνονται ενιαία και αποτελεσµατικά στις γρήγορες µεταβολές των αναγκών και προτεραιοτήτων του κεφαλαίου, είναι στρατηγική κατεύθυνση όλων των αστικών κυβερνήσεων και κοµµάτων. Εκφράζεται ως κυρίαρχη στρατηγική στα όργανα της Τοπικής Διοίκησης. Πρόκειται για πορεία που θα ενισχύεται το επόµενο διάστηµα µέσα και από τις νέες θεσµικές παρεµβάσεις και αρµοδιότητες που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση της ΝΔ.

Η αµεσότερη σχέση µε τις εργατικές – λαϊκές µάζες αξιοποιείται ευέλικτα και ποικιλότροπα από το σύνολο του αστικού συστήµατος. Τα Περιφερειακά και Δηµοτικά όργανα, ως κρατικοί θεσµοί πιο κοντά στις εργατικές – λαϊκές δυνάµεις, χρησιµοποιούνται για να εκτονώνουν λαϊκές αντιδράσεις, πιο εύκολα να τις ενσωµατώνουν. Πιο συστηµατικά και σε βάθος χρειάζεται να παρακολουθήσουµε ως Κόµµα την παρέµβασή τους, η δράση τους να µπει στο στόχαστρο και τις διεκδικήσεις του εργατικού – λαϊκού κινήµατος. Από αυτήν τη σκοπιά, µεγαλώνει και η ευθύνη των κοµµατικών οργάνων για µια πιο ουσιαστική και ολόπλευρη καθοδήγηση των εκπροσώπων µας στα όργανα της Τοπικής Διοίκησης.

Οι κοµµουνιστές εκλεγµένοι, όπως και οι συνεργαζόµενοι µε αυτούς, µε αυτοθυσία και σε βάρος του χαρακτήρα αυτών των οργάνων αγωνίζονται για την ανακούφιση των λαϊκών οικογενειών, για την ανάπτυξη της πάλης και των διεκδικήσεων που θα ανοίγουν δρόµους στην κοινωνική συµµαχία και συσπείρωση δυνάµεων σε αντικαπιταλιστική – αντιµονοπωλιακή κατεύθυνση, µε πολιτικό στόχο την εργατική εξουσία. Αυτή η δράση τους, όπως και όλων των κοµµουνιστών, ανεξάρτητα από µετερίζι, δηλαδή είτε βρίσκονται στο Κοινοβούλιο, στο Ευρωκοινοβούλιο, στις περιφερειακές ή δηµοτικές αρχές από θέση µειοψηφίας είτε πλειοψηφίας όπως στην Πάτρα, έχει σταθερά το χαρακτήρα αντιπολίτευσης, ενάντια στις αντιλαϊκές πολιτικές που εκπορεύονται από τα κεντρικά όργανα του αστικού κράτους και διασυνδέονται µε τα περιφερειακά – δηµοτικά.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ´

 

ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 

  1. Η Νέα Δηµοκρατία: Η ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τη ΝΔ, τον Ιούλη του 2019, συνοδεύτηκε από την επιτάχυνση των αντιλαϊκών καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, των προσαρµογών του αστικού κράτους (π.χ. «ψηφιακός µετασχηµατισµός»), των µέτρων καταστολής και άλλων απαιτήσεων του κεφαλαίου και της ΕΕ. Προς την κατεύθυνση αυτή αξιοποιήθηκε και η πανδηµία. Άλλωστε, η ΝΔ, και σαν αξιωµατική αντιπολίτευση, αυτοπροβλήθηκε ως ο πιο γνήσιος και αυθεντικός –σε σχέση µε τον ΣΥΡΙΖΑ– εκφραστής των στόχων του κεφαλαίου.

Αρχικά, αξιοποιώντας τη φάση ανάκαµψης της ελληνικής οικονοµίας, προσπάθησε να καλλιεργήσει προσδοκίες σε λαϊκά στρώµατα, µέσα και από περιορισµένου χαρακτήρα ελαφρύνσεις που αφορούσαν και µικροµεσαίες επιχειρήσεις. Γρήγορα, αυτή η πολιτική διαχείρισης εξάντλησε τα όποια περιθώριά της, ιδιαίτερα µετά το ξέσπασµα της νέας οικονοµικής καπιταλιστικής κρίσης και την επιτάχυνση των αναδιαρθρώσεων και των µέτρων σε βάρος της εργατικής τάξης, των αυτοαπασχολουµένων, της µικροµεσαίας αγροτιάς κ.λπ. (π.χ. Πτωχευτικός Κώδικας).

Η ΝΔ πατάει πάνω στο αντεργατικό – αντιλαϊκό οικοδόµηµα της τετραετούς διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ (2015 – 2019) και το επεκτείνει παραπέρα. Ταυτόχρονα, αξιοποιεί τη συντηρητική αναδίπλωση, που τροφοδότησε η διάψευση προσδοκιών από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ σε πλατιά τµήµατα του λαού, µε κύρια χαρακτηριστικά τις µειωµένες απαιτήσεις, την ηττοπάθεια, τη µοιρολατρία, τον «µονόδροµο» του κεφαλαίου, όπως η δήθεν «αναγκαία συµµετοχή» σε ΝΑΤΟ, ΕΕ κ.λπ.

Με αφορµή και την πανδηµία, η κυβέρνηση της ΝΔ γίνεται ο βασικός φορέας της άποψης για µια «νέα εµπιστοσύνη στο κράτος» και ένα «νέο κοινωνικό συµβόλαιο» µεταξύ κράτους και πολιτών.

Αυτό που στην πραγµατικότητα προωθείται είναι µία προσπάθεια βασικές πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων, του αστικού κράτους συνολικά, να προβάλλονται ως αδιαµφισβήτητες, αντικειµενικές –και µάλιστα «ορθολογικές»– περιβαλλόµενες από επιστηµονική και τεχνοκρατική αίγλη. Να εµπεδωθεί, δηλαδή, µία ακόµα πιο βαθιά αποδοχή του σηµερινού συστήµατος και των πολιτικών διαχείρισής του ως κάτι το αντικειµενικό. Επιδιώκεται η εκάστοτε κυβέρνηση και το αστικό κράτος να αναδεικνύονται σε εκφραστές του «κοινού καλού», ανεξάρτητα από ταξικές και κοινωνικές διαφορές.

Ταυτόχρονα, επιδιώκεται οι φάσεις όξυνσης της κρίσης του συστήµατος να µη γίνονται αφορµή αµφισβήτησής του, αλλά στιγµές που ο –«ατοµικά υπεύθυνος»– λαός θα πρέπει ακόµα πιο υποτακτικά να αποδέχεται την όποια πολιτική διαχείρισης ως κάτι αντικειµενικό, που αφορά το «κοινό καλό». Οι όποιες αντιρρήσεις ή διαφωνίες µπορούν να υπάρχουν µόνο σε αυτό το πλαίσιο και όχι έξω από αυτό.

Γι’ αυτό, άλλωστε, και η πανδηµία αξιοποιείται ως «ειδική κατάσταση» για τον παραπέρα περιορισµό λαϊκών ελευθεριών, την ενίσχυση των µέτρων καταστολής, κυρίως την εµπέδωση όλων αυτών ως «κοινωνικά αναγκαίων», αξιοποιώντας και ορισµένα όντως αναγκαία περιοριστικά µέτρα λόγω της πανδηµίας.

Η κυρίαρχη κοσµοπολίτικη θέση της αστικής τάξης εκφράζει τη σχέση βασικών τµηµάτων της µε τη διεθνή καπιταλιστική αγορά, την «εξωστρέφειά» της, τους δεσµούς µε καπιταλιστικές οικονοµίες ισχυρών ιµπεριαλιστικών κέντρων, π.χ. ΗΠΑ, Κίνα, την ενεργή συµµετοχή της σε ιµπεριαλιστικές συµµαχίες όπως το ΝΑΤΟ, την ΕΕ κ.λπ., σχετίζεται και µε την υποδεέστερη πολιτική και στρατιωτική της θέση έναντι του άµεσου ανταγωνιστή της στην περιοχή, της τουρκικής αστικής τάξης. Έχοντας, εξάλλου, επίγνωση αυτού του συσχετισµού, έχει ως βασική επιλογή τη στήριξη διακρατικών συµφωνιών και διαπραγµατεύσεων, στο πλαίσιο της γραµµής της συνδιαχείρισης των θαλάσσιων ζωνών υπό ευρωατλαντική εποπτεία. Το γεγονός αυτό δεν αναιρεί αλλά συνυπάρχει και µε στοιχεία του εθνικισµού που µπορεί να δυναµώσουν, ειδικά στο ενδεχόµενο ένοπλης επίλυσης των όποιων διαφορών.

Οι τάσεις αυτές εκφράζονται µε αντιφατικό τρόπο στο σύνολο του πολιτικού συστήµατος και, βεβαίως, στην ίδια τη ΝΔ ως βασικό αστικό κόµµα. Αν και υιοθετεί ως επίσηµη γραµµή τον κοσµοπολιτισµό, υπάρχουν δυνάµεις της που αναπαράγουν ανοιχτά εθνικιστικές και ρατσιστικές θέσεις, επιδιώκοντας να επιδράσουν και στον χώρο της λεγόµενης ακροδεξιάς. Αποδεικνύεται ότι ο εθνικισµός και ο αστικός κοσµοπολιτισµός αποτελούν δύο όψεις του ίδιου νοµίσµατος, τις οποίες αξιοποιούν όλα τα αστικά κόµµατα, προκειµένου να υπηρετήσουν τα στρατηγικά συµφέροντα της αστικής τάξης.

Παράλληλα, η ΝΔ αξιοποιεί τη θεωρία των «δύο άκρων», τον ωµό κι εκλεπτυσµένο αντικοµµουνισµό εναλλάξ, την ανιστόρητη εξίσωση φασισµού – κοµµουνισµού, το µίσος απέναντι στους λαϊκούς αγώνες και τις κινητοποιήσεις, για να δικαιολογήσει και την ένταση του αυταρχισµού και την επιβολή µέτρων καταστολής. Ειδικά µετά την έκδοση της απόφασης στη δίκη της ΧΑ., στελέχη της µιλούν ανοιχτά ακόµα και για την ανάγκη µέτρων έναντι και του άλλου «άκρου», εµφανίζοντας ως τέτοιο το Κοµµουνιστικό Κόµµα Ελλάδας.

 

  1. Ο «ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συµµαχία»: Τα προηγούµενα χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ εξελίχτηκε σε πολύτιµο στήριγµα της αστικής στρατηγικής, όχι µόνο γιατί υπηρέτησε µε συνέπεια τους αντιλαϊκούς της στόχους, αλλά κυρίως γιατί προσπάθησε να εµπεδώσει στις εργατικές – λαϊκές συνειδήσεις αυτούς τους στόχους ως «αναγκαίους», ακόµη και ως «προοδευτικούς».

Η σοσιαλδηµοκρατική µετάλλαξή του επιταχύνθηκε οδεύοντας προς την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας και ακόµη περισσότερο µε την τετραετή διακυβέρνησή του, αλλά και µε τη στάση του ως αξιωµατικής αντιπολίτευσης.

Αυτή η πορεία τείνει να ολοκληρωθεί και οργανωτικά µέσα από τις διαδικασίες ενιαιοποίησης των δυνάµεων του «ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συµµαχία», µε την απορρόφηση δυνάµεων και οµάδων που αποσπάστηκαν από το ΠΑΣΟΚ. Ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει να εµφανιστεί ως ο βασικός συνεχιστής της «δηµοκρατικής παράταξης», µε συχνότερες αναφορές στον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον Γεώργιο Παπανδρέου, τον Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά και µε πιο ενεργή συµµετοχή στο Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόµµα, χωρίς να εγκαταλείπει τις αναφορές στις «αξίες και τις παραδόσεις της Αριστεράς». Διατηρεί, επίσης, επαφές µε τις δυνάµεις του λεγόµενου «Προοδευτισµού» στη Λατινική Αµερική.

Ανεξάρτητα από την οργανωτική µορφή στην οποία θα κατασταλάξει, η αναµόρφωση του σοσιαλδηµοκρατικού χώρου στην Ελλάδα είναι αναγκαία για τη σταθερότητα του αστικού πολιτικού συστήµατος, έτσι ώστε να αξιοποιείται ως εναλλακτική κυβερνητική λύση.

Η αναµόρφωση της σοσιαλδηµοκρατίας, στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες, έχει στο επίκεντρό της τον εξωραϊσµό της δηµοσιονοµικής χαλάρωσης και της πιο εκτεταµένης κρατικής παρέµβασης για τη λειτουργία – σωτηρία της καπιταλιστικής οικονοµίας. Αυτό, φυσικά, δεν αναιρεί το γεγονός ότι σοσιαλδηµοκρατικές κυβερνήσεις (π.χ. Ισπανία, Πορτογαλία) εφαρµόζουν το σύνολο των αντεργατικών –«νεοφιλελεύθερων» όπως τα ονοµάζουν– µέτρων, ενώ ευθύνονται εξίσου για την κατάρρευση των δηµόσιων συστηµάτων Υγείας.

Αυτή η πολιτική δεν αποτελεί φιλολαϊκή στροφή ούτε, πολύ περισσότερο, µπορεί να ακυρώσει τις νοµοτέλειες της καπιταλιστικής οικονοµίας. Η εφαρµογή της απ’ όλες τις αστικές κυβερνήσεις αποδεικνύει ότι τα αστικά κόµµατα, παρά τις διαφορές τους, έχουν δυνατότητα προσαρµογής στις εκάστοτε ανάγκες του καπιταλιστικού συστήµατος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ στήριξε ουσιαστικά την κυβερνητική διαχείριση της πανδηµίας και τα µέτρα που πάρθηκαν, παρά την προσπάθειά του να ασκήσει κριτική σε κάποιες επιµέρους πλευρές. Το ίδιο έκανε και σε σχέση µε τις αποφάσεις της ΕΕ για το Ταµείο Ανάκαµψης. Προσπαθεί να εµφανιστεί ως ο πιο συνεπής εκφραστής αυτής της πολιτικής, σε αντίθεση µε τη ΝΔ που «δεν µπορεί να την εφαρµόσει, γιατί δεν την πιστεύει».

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει χάσει το πλεονέκτηµα που είχε τα προηγούµενα χρόνια έναντι της ΝΔ, όχι µόνο εξαιτίας των κυβερνητικών του πεπραγµένων, αλλά και γιατί η ΝΔ, όπως και το σύνολο των αστικών κυβερνήσεων, ενσωµάτωσε θέσεις του λεγόµενου «νεοκεϊνσιανισµού».

Η αντικειµενική δυσκολία του ΣΥΡΙΖΑ να εµφανιστεί ως η πιο αποτελεσµατική δύναµη αστικής διαχείρισης έναντι της ΝΔ οξύνει τις αντιφάσεις στην πολιτική του: Προσπαθεί, από τη µια, να εµφανιστεί ως υπεύθυνη αξιόπιστη λύση για την αστική διακυβέρνηση και, από την άλλη, προσπαθεί να οικειοποιηθεί αγωνιστικές και ριζοσπαστικές διαθέσεις.

Αποκαλύπτεται ότι υπάρχει ισχυρή βάση συναίνεσης στην πολιτική διαχείρισης της οικονοµικής κρίσης, πολύ περισσότερο που και αυτή η κρίση βαφτίζεται ως «κρίση του κορονοϊού», συσκοτίζοντας δηλαδή το βασικό της περιεχόµενο ως καπιταλιστικής οικονοµικής κρίσης. Ο στόχος της συναίνεσης και της «εθνικής συνεννόησης» υπηρετείται και από τις διάφορες προτάσεις, όπως, π.χ., για υπουργούς κοινής αποδοχής.

Η µεγαλύτερη όµως συνεισφορά του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η λογική που συστηµατικά καλλιέργησε, ότι δηλαδή σε έκτακτες συνθήκες η αντιπολίτευση, η διεκδίκηση, ο αγώνας πρέπει να αναστέλλονται. Με τον τρόπο αυτό προσέφερε στήριξη στην προσπάθεια της κυβέρνησης να χτίσει µια λογική ευρύτερης εργατικής – λαϊκής συναίνεσης, µε πρόσχηµα τη διαχείριση της πανδηµίας, αλλά και για άλλες παρόµοιες συνθήκες. Με τη στάση αυτή, αφενός έδωσε άλλοθι στην κρατική καταστολή, αφετέρου τη χρησιµοποιεί στη γραµµή της «δηµοκρατικής συνεργασίας». Το τελευταίο δεν αναιρεί το ενδεχόµενο, όπως πριν το ΠΑΣΟΚ, σε ανάλογες συνθήκες να πάρει µέρος σε µια κυβέρνηση ευρύτερης πολιτικής στήριξης, στο όνοµα των µελλοντικών πιθανών «έκτακτων καταστάσεων».

Φυσικά, στο έδαφος της καπιταλιστικής κρίσης και της όξυνσης των λαϊκών προβληµάτων είναι δυνατό να αναζωπυρωθούν σοσιαλδηµοκρατικές αυταπάτες για µια «φιλολαϊκή διαχείριση του καπιταλισµού», σε µια νέα γραµµή ενσωµάτωσης που προβάλλει τη συγκρότηση «αντινεοφιλελεύθερων», «αντιδεξιών», «αντιφασιστικών» κοινωνικών και κυβερνητικών µετώπων.

 

  1. Το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ: Οι διεργασίες στον χώρο της σοσιαλδηµοκρατίας αντικειµενικά φέρνουν σε αντιπαράθεση τον ΣΥΡΙΖΑ µε τον άλλο αστικό σοσιαλδηµοκρατικό πόλο στην Ελλάδα, το Κίνηµα Αλλαγής/ΠΑΣΟΚ, που συγκεντρώνει προς το παρόν ό,τι απέµεινε µετά την παταγώδη κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ το 2012 και στη συνέχεια. Στοιχείο αυτής της αντιπαράθεσης είναι και το ποιος από τους δύο θα προσεταιριστεί δυνάµεις αντίστοιχου προσανατολισµού, κυρίως στα συνδικάτα, στην Τοπική Διοίκηση, σε άλλους κρατικούς θεσµούς (π.χ. Επιµελητήρια), στους οποίους το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ διατηρεί ακόµη ισχυρές δυνάµεις.

Αυτή η αντιπαράθεση καθόλου δεν αποκλείει στο µέλλον τη σύµπραξη των δύο χώρων ή τµηµάτων τους, ως αποτέλεσµα της πορείας αναµόρφωσης της σοσιαλδηµοκρατίας, που αποτελεί βασική και διαχρονική πλευρά θωράκισης του αστικού πολιτικού συστήµατος, αλλά και την κατά περίσταση αξιοποίησή τους για συµπράξεις σε κυβερνητικά σχήµατα, είτε µε τη ΝΔ είτε σε σχήµατα «εθνικού σκοπού» κ.λπ.

 

  1. Ο οπορτουνιστικός χώρος ευρύτερα: Η πορεία αναµόρφωσης του πολιτικού συστήµατος αντικειµενικά ενισχύει και διεργασίες, τόσο στο ίδιο το εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ (οµάδα 53+) όσο και σε έναν ευρύτερο χώρο που περιλαµβάνει το ΜέΡΑ25, δυνάµεις της ΛΑΕ, µέχρι και τον υπόλοιπο εξωκοινοβουλευτικό οπορτουνιστικό χώρο. Στο επίκεντρο αυτών των διεργασιών και συζητήσεων βρίσκεται ουσιαστικά η ανάγκη αναβίωσης µιας πραγµατικά «νεοκεϊνσιανού τύπου» διαχείρισης, ένα νέο πραγµατικό «New Deal» τύπου δεκαετίας του 1930, µε εκτεταµένη κρατική παρέµβαση στην οικονοµία.

Κοινός παρονοµαστής αυτών των δυνάµεων είναι η υιοθέτηση απόψεων που προβάλλονται διεθνώς από την «αριστερή πτέρυγα των δηµοκρατικών» των ΗΠΑ (π.χ. «πράσινη» ανάπτυξη, κοσµοπολιτισµός κ.λπ). Αυτή η γραµµή, είτε προβάλλεται ως άµεσο κυβερνητικό πρόγραµµα είτε ως µεταβατικός πολιτικός στόχος «για τον σοσιαλισµό», που θα εφαρµόσει µια «αριστερή», «ριζοσπαστική» κυβέρνηση. Αντικειµενικά συµβάλλει στην αστική σοσιαλδηµοκρατική ενσωµάτωση δυνάµει ριζοσπαστικοποιηµένων λαϊκών δυνάµεων στη λογική των διάφορων εκδοχών αστικής διαχείρισης ως αντίβαρου στον νεοφιλελευθερισµό.

Την ίδια στιγµή και µε επίκεντρο την όξυνση των ενδοϊµπεριαλιστικών ανταγωνισµών στην Ανατολική Μεσόγειο, δυνάµεις του ευρύτερου οπορτουνιστικού χώρου (ΜέΡΑ25, ΝΑΡ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ κ.λπ.) εξωραΐζουν την ιµπεριαλιστική «ειρήνη» και τις αντίστοιχες διεθνείς συµφωνίες που υπογράφονται από τα αστικά κράτη. Ουσιαστικά, πίσω από µια ψευδεπίγραφη αντικαπιταλιστική ή διεθνιστική ρητορεία, κρύβουν την –σε τελευταία ανάλυση– στοίχισή τους πίσω από την επιδίωξη των ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ, αλλά και της ελληνικής αστικής τάξης, για συνεκµετάλλευση των θαλάσσιων ζωνών. Στην πράξη, ακόµα και άθελά τους, εξαιτίας αυτής της πολιτικής τους, παίζουν το παιχνίδι των ιµπεριαλιστικών κέντρων και της ελληνικής άρχουσας τάξης, η επιθετικότητα της οποίας µπορεί να συνυπάρχει και µε παραχωρήσεις για να αποκτήσει αλλού οφέλη. Ταυτόχρονα ανταγωνίζονται, αλλά και συµπλέουν σε αντι-ΚΚΕ γραµµή µε ένα άλλο κοµµάτι του ίδιου χώρου που θεωρεί τη στάση αυτή της ελληνικής αστικής τάξης ως στοιχείο «υποτέλειας» και όχι ως στοιχείο συνειδητής επιλογής της εξυπηρέτησης των δικών της ιδιοτελών συµφερόντων, που δεν έχουν καµιά σχέση µε τα πραγµατικά συµφέροντα της εργατικής τάξης, του ελληνικού λαού.

Η τωρινή οργανωτική πορεία αποσύνθεσης του οπορτουνιστικού χώρου δεν θα πρέπει να οδηγήσει στην υποτίµηση της δυνατότητάς του να εγκλωβίζει ριζοσπαστικές διαθέσεις, αξιοποιώντας την επίδραση της αστικής ιδεολογίας. Άλλωστε, πάγιος στόχος είναι να λειτουργεί ως ανάχωµα στη συµπόρευση λαϊκών δυνάµεων µε το ΚΚΕ και στην κατεύθυνση αυτή προωθεί σχέδια για τη δηµιουργία νέου οργανωτικού «κοµµουνιστικού» µορφώµατος. Παράλληλα, έχει γραµµή «φιλικής επίθεσης» για ενότητα δράσης στο κίνηµα, η οποία, όπως προβάλλεται, αποτελεί καµουφλαρισµένη συνεργασία διάφορων πολιτικών συνιστωσών, καθώς την ίδια στιγµή πολεµά επιθετικά την αναγκαιότητα προώθησης της κοινωνικής συµµαχίας και τη συσπείρωση δυνάµεων σε αντικαπιταλιστική – αντιµονοπωλιακή κατεύθυνση µέσα στο κίνηµα, δηλαδή την πολιτική γραµµή του ΚΚΕ για τα κινήµατα.

Η συστηµατική ιδεολογική – πολιτική συζήτηση και αντιπαράθεση µε τις θέσεις και την τακτική του οπορτουνισµού θα συµβάλει στον απεγκλωβισµό δυνάµεων και σε ακύρωση της οπορτουνιστικής επίθεσης ενάντια στην επαναστατική στρατηγική και το Πρόγραµµα του ΚΚΕ.

 

  1. Ο ακροδεξιός – εθνικιστικός – φασιστικός χώρος: Οι διεργασίες στον λεγόµενο ακροδεξιό, εθνικιστικό χώρο σηµαδεύονται από τη δικαστική απόφαση ποινικής καταδίκης της Χρυσής Αυγής ως εγκληµατικής οργάνωσης. Είχε προηγηθεί η αποτυχία εισόδου της στη Βουλή στις βουλευτικές εκλογές του 2019, η οργανωτική της αποσύνθεση, αλλά και η προσπάθεια ηγετικών της στελεχών να δηµιουργήσουν καινούργια µορφώµατα (κόµµα Κασιδιάρη, Λαγού κ.λπ.). Την ίδια στιγµή ένα ποσοστό της Χρυσής Αυγής µετακινείται σε συγγενείς ιδεολογικά και πολιτικά χώρους, όπως η Ελληνική Λύση.

Οι εξελίξεις αυτές αξιοποιούνται και για να «καθαριστεί» ο συγκεκριµένος χώρος και να διαµορφωθεί το έδαφος για την εµφάνιση µιας πιο µετριοπαθούς Χρυσής Αυγής, ώστε να χρησιµοποιείται από την αστική τάξη ως εφεδρεία, αλλά και ως δύναµη κρούσης ενάντια στο κίνηµα και το ΚΚΕ. Προς αυτόν το σκοπό αξιοποιείται η θεωρία «των άκρων», από αυτές τις δυνάµεις, αλλά και τµήµατα της ΝΔ, που ζητούν µέτρα σε βάρος του ΚΚΕ, εκτός των άλλων και ως αντιστάθµισµα της δικαστικής απόφασης για τη ναζιστική Χρυσή Αυγή. Οι αντιδραστικές και οπισθοδροµικές αυτές απόψεις παραγνωρίζουν το αναµφισβήτητο γεγονός ότι είναι ακριβώς η ίδια η ιδεολογία του φασισµού – ναζισµού που καθιστούν από χέρι τέτοιες οργανώσεις και την αντίστοιχη πολιτική πρακτική τους –ως µακρύ χέρι ενός βάρβαρου κι εκµεταλλευτικού συστήµατος– εγκληµατικές, δολοφονικές.

Είναι ανάγκη να µην υπάρχει κανένας εφησυχασµός, αλλά και να ενταθεί η προσπάθεια αποκάλυψης του χαρακτήρα αυτών των δυνάµεων. Είναι δυνάµεις στήριξης του καπιταλιστικού συστήµατος, φορείς του αντικοµµουνισµού, του ρατσισµού, διασύνδεσης µε εργοδοτικούς µηχανισµούς, κέντρα και υπηρεσίες. Παίζουν ρόλο στον αποπροσανατολισµό του λαού από την πραγµατική αιτία των προβληµάτων, όπως αποδεικνύεται στην περίπτωση των προσφυγικών – µεταναστευτικών ρευµάτων, της πανδηµίας κ.λπ., διαδίδοντας αντιδραστικές, ανορθολογικές, µεταφυσικές αντιλήψεις.

Αυτή η ανάγκη γίνεται ακόµη πιο επιτακτική, ιδιαίτερα από τη στιγµή που επιδιώκεται από διάφορα κέντρα του αστικού πολιτικού συστήµατος (αστικά κόµµατα, ΜΜΕ κ.λπ.), τα οποία στο παρελθόν στήριξαν ή ανέχτηκαν τη δράση της Χρυσής Αυγής, να προβληθεί ένας όψιµος «αντιφασισµός» που αποπροσανατολίζει και αποσυνδέει την πάλη κατά του φασισµού από τον αγώνα για την ανατροπή του σάπιου εκµεταλλευτικού συστήµατος και αποσιωπά τις ιστορικές ευθύνες των αστικών κοµµάτων, της σοσιαλδηµοκρατίας, στην ενίσχυση του φασιστικού ρεύµατος. Είναι ένας «αντιφασισµός» µε αταξικά χαρακτηριστικά, που στοχεύει να επιδράσει αποπροσανατολιστικά σε λαϊκές δυνάµεις και νέους ανθρώπους που κινητοποιήθηκαν στη φάση ολοκλήρωσης σε πρώτο βαθµό της δίκης της Χρυσής Αυγής.

 

Η ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΠΑΙΡΝΕΙ ΜΕΤΡΑ

ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

 

  1. Όλα τα προηγούµενα χρόνια η αστική τάξη πήρε πλήθος από µέτρα για τη σταθεροποίηση του αστικού πολιτικού συστήµατος. Αυτό φυσικά δεν αναιρεί αλλά συνυπάρχει µε τη συσσώρευση παραγόντων που µπορεί να οδηγήσουν το επόµενο διάστηµα σε κλυδωνισµούς ή ακόµη και µεγαλύτερη πολιτική αστάθεια.

Αξιοποιώντας την πολύτιµη πείρα –θετική και αρνητική– που έχουµε συσσωρεύσει ως Κόµµα, κυρίως την τελευταία δεκαετία (2010 – 2020), οφείλουµε να προετοιµαζόµαστε ολόπλευρα, ιδιαίτερα για ενδεχόµενες γρήγορες και απρόβλεπτες εξελίξεις. Έχει αποδειχτεί ότι σε γρήγορα µεταβαλλόµενες εξελίξεις και η στάση των λαϊκών δυνάµεων µεταβάλλεται γρήγορα, σε θετική ή και αρνητική κατεύθυνση.

Αυτές οι εξελίξεις τροφοδοτούν τη συνεχή αναµόρφωση του αστικού πολιτικού συστήµατος, µε κύριο την προσπάθεια ενσωµάτωσης του όποιου ριζοσπαστισµού αναπτύσσεται, την ένταση της καταστολής και της ιδεολογικής χειραγώγησης, την προσπάθεια ακύρωσης της δυνατότητας του Κόµµατος να παίξει τον πρωτοπόρο ρόλο του, να συσπειρώσει εργατικές – λαϊκές δυνάµεις σε αντικαπιταλιστική – αντιµονοπωλιακή κατεύθυνση, µε την ενδυνάµωση της κοινωνικής τους συµµαχίας.

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗΣ

ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΥΤΑΡΧΙΣΜΟΥ

 

  1. Τα τελευταία χρόνια ενισχύθηκε απ’ όλες τις κυβερνήσεις το νοµικό οπλοστάσιο για την ένταση της καταστολής των λαϊκών αγώνων. Χαρακτηριστικές εκδηλώσεις ήταν:

‣ Ο νόµος για τον περιορισµό των διαδηλώσεων.

‣ Οι διαδοχικοί νόµοι ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ για τον περιορισµό του απεργιακού δικαιώµατος.

‣ Ο νόµος – «ιδιώνυµο» για την ποινικοποίηση των κινητοποιήσεων ενάντια στους πλειστηριασµούς.

‣ Οι νόµοι για τα προσωπικά δεδοµένα κ.λπ.

Ήδη προετοιµάζονται και νέες ρυθµίσεις παρέµβασης στις µαζικές οργανώσεις για το χτύπηµα της συνδικαλιστικής δράσης και των συνδικαλιστικών δικαιωµάτων, µε ενίσχυση του «ψηφιακού» κρατικού κι εργοδοτικού ελέγχου.

Όλα αυτά προωθούνται σε συνδυασµό µε τα –ευρωενωσιακής έµπνευσης– µέτρα κατά του λεγόµενου «ριζοσπαστισµού», που βάζουν στο στόχαστρο τη ριζοσπαστική αντικαπιταλιστική πάλη, τη δράση των Κοµµουνιστικών Κοµµάτων.

Η πάλη απέναντι στην κρατική καταστολή, την εργοδοτική τροµοκρατία και τον αυταρχισµό, απέναντι στην επίθεση στα λαϊκά συνδικαλιστικά δικαιώµατα, στα δικαιώµατα των προσφύγων και µεταναστών πρέπει να µπει στην προµετωπίδα της πάλης του εργατικού κινήµατος και της κοινωνικής συµµαχίας, ξεκινώντας από τους χώρους δουλειάς. Σε αυτόν τον αγώνα µπορεί και πρέπει να συνεισφέρει κάθε εργαζόµενος, προοδευτικός άνθρωπος, επιστήµονας, καλλιτέχνης, νοµικός κ.λπ.

Η υπεράσπιση των λαϊκών συνδικαλιστικών δικαιωµάτων θα στηρίζεται στην οργανωµένη απειθαρχία του ταξικού κινήµατος µε στόχο την ακύρωση στην πράξη των αντιδραστικών νόµων. Κυρίως, όµως, αυτός ο αγώνας θα ενισχύει τον συνολικό αντικαπιταλιστικό – αντιµονοπωλιακό προσανατολισµό της πάλης, την ανάδειξη της ταξικής ουσίας της αστικής δηµοκρατίας, κόντρα σε λογικές που αποσπούν την καταστολή από τον καπιταλιστικό εκµεταλλευτικό χαρακτήρα του αστικού κράτους, ενισχύοντας τα κάλπικα δίπολα (πρόοδος – συντήρηση) και διευκολύνοντας τις αυταπάτες µιας µελλοντικής σοσιαλδηµοκρατικής κυβερνητικής διαχείρισης.

 

 

ΤΟ ΚΚΕ ΜΕ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΣΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

 

  1. Το ΚΚΕ όλα τα προηγούµενα χρόνια στάθηκε µε συνέπεια στο πλευρό του λαού, σε κάθε µικρό και µεγάλο πρόβληµα. Σταθερά αποκαλύπτει τον αδιέξοδο και αντιλαϊκό χαρακτήρα όλων των εκδοχών της αστικής κυβερνητικής διαχείρισης, συγκρούεται µε τις αντιλαϊκές πολιτικές των αστικών κοµµάτων και των κυβερνήσεών τους, του κράτους τους και των µηχανισµών του, µηδέ της Δηµοτικής και Περιφερειακής Διοίκησης εξαιρουµένης.

Μαχητικά οι εκπρόσωποί του υπερασπίζονται τα συµφέροντα των εργατικών λαϊκών δυνάµεων και µέσα στο ελληνικό Κοινοβούλιο και στο Ευρωκοινοβούλιο και στα Δηµοτικά και Περιφερειακά Συµβούλια, βρίσκονται καθηµερινά στους δρόµους του αγώνα. Το ΚΚΕ αποκαλύπτει τον ψευδεπίγραφο χαρακτήρα της «εθνικής οµοψυχίας» που συγκαλύπτει τις ασυµφιλίωτες ταξικές αντιθέσεις που υπάρχουν µέσα στην κοινωνία. Έχει αταλάντευτο µέτωπο στον αστικό εθνικισµό και τον αστικό κοσµοπολιτισµό, στην κρατική βία και καταστολή, στην πολιτική περιορισµού των λαϊκών δηµοκρατικών δικαιωµάτων κι ελευθεριών, στον φασισµό ως γνήσιο τέκνο του καπιταλισµού.

Ενόψει του 21ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, η Κεντρική Επιτροπή του απευθύνει στον λαό, στους εργαζόµενους, µισθωτούς και αυτοαπασχολούµενους βιοπαλαιστές, στους νέους και τις νέες, τις γυναίκες των λαϊκών δυνάµεων, ένα πλατύ κάλεσµα αγωνιστικής συµπόρευσης µε το ΚΚΕ, µέσα στους καθηµερινούς αγώνες, στο εργατικό – λαϊκό κίνηµα, σε όλες τις πολιτικές µάχες. Απευθύνεται σε όλους και όλες όσοι αναγνωρίζουν στο ΚΚΕ την αξιόπιστη και µαχητική δύναµη για τα συµφέροντά τους, ανεξάρτητα από το τι ψήφιζε ο καθένας και η καθεµιά µέχρι σήµερα. Απευθύνεται στα µέλη και στελέχη του Κόµµατος και της ΚΝΕ να πρωτοστατήσουν σε αυτήν την προσπάθεια, να κάνουν πλατιά γνωστές τις θέσεις του ΚΚΕ, να γίνουν ακόµα πιο σταθερά τα βήµατα στην πολύπλευρη και ολόπλευρη ισχυροποίηση του ΚΚΕ.

Το ΚΚΕ θα βρίσκεται στην πρώτη γραµµή, ώστε οι καθηµερινοί αγώνες να οδηγούν στην ενίσχυση του ταξικά προσανατολισµένου εργατικού κινήµατος, σε µαζική συµµετοχή στα εργατικά σωµατεία, στους φορείς των αυτοαπασχολούµενων επαγγελµατιών, των αγροτών, του ριζοσπαστικού γυναικείου κινήµατος, των µαθητών, των φοιτητών. Να δυναµώνει η κοινή δράση, η κοινωνική συµµαχία σε αντικαπιταλιστική – αντιµονοπωλιακή κατεύθυνση, η σύγκρουση µε τους ιµπεριαλιστικούς οργανισµούς, το ΝΑΤΟ, την ΕΕ, να ανοίγει ο δρόµος για την ανατροπή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Η προοπτική αυτή όχι µόνο δεν αποκόβει αλλά κάνει ακόµα πιο ισχυρή την πάλη για όλα τα εργατικά – λαϊκά προβλήµατα, για να διαµορφωθούν προϋποθέσεις πραγµατικής επίλυσής τους. Πολύ περισσότερο, που η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας, η ανάπτυξη της τεχνολογίας και της επιστήµης µπορούν να εξασφαλίσουν τη ριζική βελτίωση της ζωής του λαού και την αντιµετώπιση των κοινωνικών προβληµάτων.

Όλες οι εξελίξεις αναδεικνύουν ακόµα περισσότερο ότι η οργάνωση της οικονοµίας µε κριτήριο το καπιταλιστικό κέρδος, η εξουσία στα χέρια µιας κοινωνικής µειοψηφίας, των εκπροσώπων των µονοπωλιακών οµίλων, γίνονται εµπόδια για την κοινωνική πρόοδο κι ευηµερία. Αναδεικνύουν την αναγκαιότητα του σοσιαλισµού – κοµµουνισµού, δηλαδή της εργατικής εξουσίας για τη θεµελίωση της κοινωνικής ιδιοκτησίας, του κεντρικού επιστηµονικού σχεδιασµού της οικονοµίας και όλων των υπηρεσιών, µε κριτήριο µόνο τη διευρυνόµενη ικανοποίηση όλων των κοινωνικών αναγκών.

29 ΔΕΚΕΜΒΡΗ 2020

Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΚΚΕ

ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΥΠΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ

Όσο η κυβέρνηση θυσιάζει τα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας στο βωμό των αντιλαϊκών της προτεραιοτήτων, τόσο η διαχείριση της πανδημίας θα εξελίσσεται με “μπρος – πίσω”, με ψευτοδιλήμματα για το τι πρέπει να ανοίξει και τι όχι και κυρίως με μεγάλους κινδύνους για την υγεία και τη ζωή του λαού.

 

Πόσο χρήσιμη ήταν αυτή η ανάρτηση;

Κάντε κλικ σε ένα αστέρι για να το αξιολογήσετε!

Μέση βαθμολογία 0 / 5. Πλήθος ψήφων 0

Δεν υπάρχουν ψήφοι μέχρι τώρα! Γίνετε ο πρώτος που θα αξιολογήσει αυτήν την ανάρτηση.

About energinews

Ο Μανόλης Παπαδάκης γεννήθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1988 στο νησί της Κρήτης όπου ζει μέχρι και σήμερα. τελείωσε το λύκειο (ΤΕΕ) ηλεκτρολόγος αλλά παράλληλα ασχολήθηκε και με την μουσική και ιδιαίτερα με την παράδοση της Κρήτης. Επίσης ήταν για 6 χρόνια ηχολήπτης παραγωγός του ράδιο Βερενίκη 89.5 και από της 25 Απριλίου του 2019 είναι ραδιοφωνικός παραγωγός στο ράδιο Λασίθι 92.3 και είναι ιδιοκτήτης της ενημερωτικής ιστοσελίδας www.energinews.gr

View all posts by energinews

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *