«Η Τέχνη της Ενηλικίωσης»: Τζαντ Άπατοου και Πιτ Ντέιβιντσον δίνουν μαθήματα millennial κωμωδίας


0
(0)

«Οι άνθρωποι του Στέιτεν Άιλαντ με μισούν επειδή τους μοιάζω· είμαι ένας ψυχικά ασθενής που παράτησε το κοινοτικό πανεπιστήμιο και “χτύπησε” τατουάζ από το “Game of Thrones” πριν καν δει τη σειρά. Αντιπροσωπεύω όσα πραγματικά είναι οι ίδιοι». Περιγράφοντας τον εαυτό του, ο Πιτ Ντέιβιντσον θέλησε να μιλήσει για τη νεοϋορκέζικη περιοχή όπου μεγάλωσε κατά τη διάρκεια ενός εκ των πιο επιτυχημένων σκετς του στο «Saturday Night Live» (SNL). Σε ηλικία 26 ετών και όντας μέλος του καστ της θρυλικής κωμικής εκπομπής από τα είκοσί του, ο Ντέιβιντσον έχει καταφέρει να ξεχωρίσει με μετρημένες αλλά πάντα καυστικές εμφανίσεις που σπάνε τα τηλεοπτικά και διαδικτυακά κοντέρ.

Στο κανάλι του «SNL» στο YouTube τα βίντεο με τον Ντέιβιντσον μετράνε εκατομμύρια προβολές, ωστόσο ο κωμικός φαίνεται φέτος να κάνει το μεγάλο άλμα στην καριέρα του, διεκδικώντας μια θέση στη βιομηχανία και φεύγοντας για πρώτη φορά από την προστασία του κορυφαίου παραγωγού του «SNL» και μεγάλου θαυμαστή του Λορν Μάικλς. Πώς όμως συνδέεται η γενέτειρα του Ντέιβιντσον με τον Τζαντ Άπατοου, το σκηνοθέτη που ανανέωσε την αμερικανική κωμωδία ως είδος;

Ψυχοφθόρα αστεία

Σήμα κατατεθέν στο μαύρο χιούμορ του Ντέιβιντσον είναι η αυτοαναφορικότητα και συγκεκριμένα η αφιλτράριστα κυνική διαχείριση των προσωπικών αδιεξόδων του. Ο ίδιος έχασε σε πολύ μικρή ηλικία τον πυροσβέστη πατέρα του, ο οποίος συμμετείχε στις επιχειρήσεις διάσωσης πολιτών την 11η Σεπτεμβρίου 2001. Έκτοτε μάχεται με την κατάθλιψη, έχει διαγνωστεί με διαταραχή οριακής προσωπικότητας, ενώ τα ναρκωτικά βρίσκονταν στην καθημερινή «δίαιτά» του τουλάχιστον μέχρι μερικούς μήνες πριν, όταν και βγήκε από την απεξάρτηση. Η εύθραυστη φύση του έγινε ιδιαίτερα φανερή στο πρώτο stand up που γύρισε φέτος για το Netflix («Alive from New York»), στο μεγαλύτερο μέρος του οποίου ο Ντέιβιντσον αφήνει πλήρως εκτεθειμένα τα εσώψυχά του, και μάλιστα με χαρακτηριστική απάθεια.

Χωρίς καν να δουλεύουν εξίσου καλά όλα τα αστεία και με ουκ ολίγα σκαμπανεβάσματα στην καριέρα του, ο Ντέιβιντσον έχει καταφέρει να προσελκύει σταθερά το ενδιαφέρον μεγάλου μέρους του –αμερικανικού τουλάχιστον– κοινού. Ανάμεσά τους και του Τζαντ Άπατοου, ο οποίος γνώρισε τον νεαρό κωμικό στα γυρίσματα του «Κατακούτελα» (2015), όπου ο Ντέιβιντσον εμφανίζεται σε μία μόλις σκηνή. Λίγο αργότερα, ο σκηνοθέτης τον έπεισε να δοκιμάσει την τύχη του γράφοντας ένα σενάριο, το οποίο ολοκλήρωσε με τη βοήθεια του παιδικού του φίλου Ντέιβ Σίρους.

Το αποτέλεσμα, μετά και την καθοριστική συνδρομή του Άπατοου, πήρε τη μορφή της «Τέχνης της Ενηλικίωσης». Ο πρωτότυπος τίτλος, που μεταφράζεται ως «βασιλιάς του Στέιτεν Άιλαντ», δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης πως η ταινία δανείζεται ευθέως γεγονότα από τη ζωή του Ντέιβιντσον. Αρκεί να θυμηθείτε την ατάκα στην αρχή του κειμένου και να ακολουθήσετε τη βασική πλοκή της υπόθεσης: Ο κεντρικός χαρακτήρας που ενσαρκώνει ο κωμικός είναι ένας καταθλιπτικός 20άρης χασικλής, ο οποίος δεν έχει ξεπεράσει την απώλεια του πυροσβέστη πατέρα του. Ταυτόχρονα με τις προσωπικές αποτυχίες του καλείται να διαχειριστεί τη νέα ερωτική σχέση που αποκτά η μητέρα του (Μαρίζα Τομέι) και τον αποχωρισμό της μικρότερης αδερφής του (Μοντ Άπατοου) η οποία φεύγει για σπουδές. Όπως καταλαβαίνετε, οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα είναι κάθε άλλο παρά συμπτωματική…

Η γενιά της αναβλητικότητας

Όσο θολά κι αν είναι τα όρια ανάμεσα στον αληθινό Ντέιβιντσον και το χαρακτήρα που ενσαρκώνει στο πανί, κι οι δυο τους κουβαλούν τα περισσότερα χαρακτηριστικά των σημερινών 20άρηδων, οι οποίοι έχουν μεγαλώσει με την ιδέα ότι δεν πρόκειται ποτέ να καταφέρουν τίποτα, γιατί δεν το αξίζουν. Την ώρα που οι αριθμοί όσων υποφέρουν από ψυχολογικά προβλήματα καλπάζουν παγκοσμίως, χωρίς καν να υπολογίζονται οι επιπτώσεις από την πανδημία, η ταινία έρχεται να υπενθυμίσει πως το να είσαι νέος σήμερα σημαίνει πρωτίστως να μαθαίνεις πώς να διαχειρίζεσαι τον πόνο.

Στην εναρκτήρια σεκάνς μεταφερόμαστε από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας σε ένα κατάμαυρο αστείο για τον νεκρό πατέρα του πρωταγωνιστή, μια μετάβαση που όχι απλώς δεν ξενίζει, αλλά βγάζει απόλυτο νόημα. Είναι αυτό που ο σπουδαίος διανοητής Μαρκ Φίσερ, ο οποίος πάλευε όλη του τη ζωή με την κατάθλιψη, έχει περιγράψει άρτια στο άρθρο του «Good for Nothing». Η θέση του συνοψίζεται στην ιδέα ότι στον ύστερο καπιταλισμό έχει παγιωθεί η λογική πως κάθε υποκείμενο έχει την αποκλειστική ευθύνη για ό,τι δυσάρεστο του συμβαίνει. Ο χαρακτήρας του Ντέιβιντσον, λοιπόν, αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως παντελώς ανίκανο από τη στιγμή που δεν ανταποκρίνεται στο πρότυπο του ήρωα πατέρα του, επομένως αποφεύγει κάθε ευθύνη αλλά και απόφαση για τη ζωή του και πιστεύει πως η αυτοκαταστροφή είναι το μόνο που του αξίζει.

Ο Άπατοου μοιάζει ως ο ιδανικός κινηματογραφικός δημιουργός για να άρει αυτό το αδιέξοδο, μιας και διαχρονικά οι ήρωες των ταινιών του χαρακτηρίζονται από συναισθηματική ανωριμότητα και καλούνται να κατακτήσουν μια αργοπορημένη ενηλικίωση. Η διαφορά με τις προηγούμενες προσθήκες στη φιλμογραφία του σκηνοθέτη είναι πως εδώ τα αθυρόστομα, χοντροκομμένα αστεία είναι μετρημένα, δίνοντας τη θέση τους σε μια συμφιλιωτική και ζεστή ατμόσφαιρα. Αυτό που δεν απουσιάζει, ωστόσο, είναι η ιδεολογική ατολμία του, καθώς προτείνει τη χειραφέτηση του Ντέιβιντσον μέσα από παρωχημένες ιδέες και αυτό που, για να επικαλεστούμε ξανά τον Φίσερ, θα ονομάζαμε «μαγικό εθελοντισμό». Τη γενικευμένη πεποίθηση δηλαδή που υπαινίσσεται πως αρκεί η θετική διάθεση και η πίστη στις προσωπικές μας δυνάμεις για να καταφέρουμε τα πάντα.

Περιττό να πούμε ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά… Εκείνο που πετυχαίνει παρ’ όλα αυτά η «Τέχνη της Ενηλικίωσης» είναι ότι δίνει στον Ντέιβιντσον την ευκαιρία να μιλήσει για τον εαυτό του με τους δικούς του όρους, να παραδεχθεί πολλά προσωπικά λάθη και να μπορέσει με ειλικρίνεια να προχωρήσει παρακάτω, έχοντας «ξεχρεώσει» με τους ανθρώπους που αγαπάει.

Η μηχανή ταλέντων του «Saturday Night Live»

Από την πρώτη της εμφάνιση η ιστορική ζωντανή κωμική εκπομπή που μετρά πάνω από σαράντα σερί σεζόν στην αμερικανική τηλεόραση, δεν έχει πάψει να αλλάζει τους όρους του κωμικού παιχνιδιού και να τροφοδοτεί τη βιομηχανία με νέα ταλέντα. Ο Πιτ Ντέιβιντσον είναι το πιο πρόσφατο από αυτά, λίγο μετά την Κέιτ ΜακΚίνον («Ghostbusters», «Ο Κατάσκοπος που με Παράτησε») και πριν από τους παρουσιαστές του «Weekend update» Κόλιν Τζοστ και Μάικλ Τσε, πιθανότερους υποψήφιους για το επόμενο «ξεπέταγμα».

athinorama.gr

0

Πόσο χρήσιμη ήταν αυτή η ανάρτηση;

Κάντε κλικ σε ένα αστέρι για να το αξιολογήσετε!

Μέση βαθμολογία 0 / 5. Πλήθος ψήφων 0

Δεν υπάρχουν ψήφοι μέχρι τώρα! Γίνετε ο πρώτος που θα αξιολογήσει αυτήν την ανάρτηση.