ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΓΓ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΥ


0
(0)

Πριν λίγες ημέρες ξεκίνησε η διαδικασία του εμβολιασμού, μέσα σ’ ένα κλίμα εφησυχασμού κι υπέρμετρης αισιοδοξίας, που καλλιεργούσε η κυβέρνηση.

Το ΚΚΕ εξαρχής είχε πει ότι αυτή η διαδικασία θα είναι μακροχρόνια και δε θα πρέπει να αποτελέσει άλλοθι για να μην προχωρήσουν η αναγκαία θωράκιση του δημόσιου συστήματος υγείας και τα μέτρα προστασίας σε κρίσιμους χώρους, εργασίας, εκπαίδευσης, μέσα μεταφοράς κλπ. Τα εμβόλια, όσο κι αν είναι αναγκαία για την προστασία της υγείας του λαού από την πανδημία, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις τεράστιες ελλείψεις στο δημόσιο σύστημα υγείας και στα μέτρα πρόληψης, πολύ περισσότερο σε συνθήκες αναμονής του 3ου κύματος της πανδημίας. Ήδη νέες περιοχές της χώρας βρίσκονται “στο κόκκινο”, με αποκλειστική ευθύνη της κυβέρνησης που δεν πήρε κανένα μέτρο για να εξασφαλίσει την προστασία της υγείας του λαού.

Είχαμε πει, επίσης, ότι η Ελλάδα δε θα πρέπει να εξαρτάται απ’ τις συμφωνίες της ΕΕ με κάποιες φαρμακοβιομηχανίες, που υπηρετούν κι άλλες σκοπιμότητες και ότι θα πρέπει να υπάρχει πρόσβαση σε όλα τα διαθέσιμα εμβόλια που κρίνονται ασφαλή και αποτελεσματικά, προκειμένου να υπάρχει επάρκεια εμβολίων, για να επιτευχθεί έγκαιρα ο μαζικός εμβολιασμός του πληθυσμού. Ζητήσαμε να δοθούν στη δημοσιότητα τα συμβόλαια που έχει υπογράψει η ΕΕ με τις συγκεκριμένες εταιρίες.

Η πορεία των εξελίξεων ήρθε να επιβεβαιώσει με τραγικό τρόπο, τις εκτιμήσεις και τις θέσεις του ΚΚΕ. Οι μεγάλες καθυστερήσεις στις παραδόσεις, οι εμπορικοί πόλεμοι και οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί, η προνομιακή μεταχείριση ισχυρών κρατών σε βάρος πιο αδύναμων, αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.

Επιβεβαιώνεται ότι όλα αυτά απορρέουν από το γεγονός ότι τα εμβόλια  και τα φάρμακα αποτελούν χρυσοφόρα εμπορεύματα, των οποίων η έρευνα, παραγωγή και διανομή υποτάσσεται στα κέρδη και τους ανταγωνισμούς των μεγάλων ομίλων και των καπιταλιστικών κρατών.

Και ενώ η κατάσταση αυτή απειλεί την υγεία και τη ζωή των λαών, η κυβέρνηση προβάλλει τα “πιστοποιητικά εμβολιασμού”, που εξυπηρετούν βασικά τα συμφέροντα των τουριστικών και μεταφορικών εταιρειών, ενώ μπορούν να αξιοποιηθούν για να γίνουν νέες εκπτώσεις στα αναγκαία μέσα προστασίας. Το αποτέλεσμα από το ανεξέλεγκτο άνοιγμα του τουρισμού, το περασμένο καλοκαίρι, χωρίς προληπτικά μέσα, όπως τέστ, υπάρχει ο κίνδυνος να επαναληφθεί. Δεν αντιμετωπίζεται, όμως και με τα ευχολόγια για την “εξαγορά της πατέντας” που ανοίγουν ένα νέο φαύλο κύκλο παζαριών και συμφωνιών με τις φαρμακοβιομηχανίες. Η “πατέντα”, που συνδέεται άμεσα με την καπιταλιστική ιδιοκτησία, πρέπει να καταργηθεί. Αναδεικνύεται η ανάγκη της κρατικής κοινωνικοποιημένης βιομηχανίας φαρμάκου, της διεθνούς συνεργασίας για την προαγωγή της έρευνας, της μελέτης, της παραγωγής εμβολίων και φαρμάκων.

Αυτή η πραγματικότητα φέρνει για άλλη μια φορά στο προσκήνιο την κραυγαλέα αντίφαση της εποχής μας: Απ’ τη μία μεριά τα τεράστια άλματα και επιτεύγματα της επιστήμης, της τεχνολογίας, της συλλογικής ανθρώπινης εργασίας και απ’ την άλλη την ιδιοποίηση αυτών των επιτευγμάτων για να αυξάνουν τα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων σε βάρος των λαϊκών αναγκών, ακόμη και για την υγεία και τη ζωή. Αυτός είναι ο καπιταλισμός, ο ορατός εχθρός που μπαίνει εμπόδιο στην κοινωνική πρόοδο και ευημερία.

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΓΓ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΝΕΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΛΙΜΕΝΙΚΩΝ

 

Ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ συναντήθηκε σήμερα με αντιπροσωπεία του ΔΣ της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Λιμενικών (ΠΟΛ) με επικεφαλής τον πρόεδρό της Κωνσταντίνο Κυράνη. Στη συνάντηση συμμετείχε επίσης ο Νίκος Παπαναστάσης αντισυνταγματάρχης ε.α και βουλευτής και ο Γιάννης Ντουνιαδάκης, υποναύαρχος Π.Ν ε.α και μέλος της Επιτροπής για τις Ένοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας της ΚΕ του ΚΚΕ.

Η αντιπροσωπεία της Ομοσπονδίας ευχαρίστησε για τη στήριξη και βοήθεια που παρέχει το ΚΚΕ, με την ανάδειξη των αιτημάτων τους τα οποία προωθεί με ερωτήσεις στη Βουλή, ενώ ιδιαίτερη αναφορά έγινε από τα μέλη του ΔΣ στο γεγονός ότι το ΚΚΕ στηρίζει το συνδικαλισμό στο Λιμενικό Σώμα.

Ο Δημήτρης Κουτσούμπας αναφέρθηκε από την πλευρά του στις δύσκολες συνθήκες μέσα στις οποίες υπηρετούν τα στελέχη του Λιμενικού Σώματος και της Ελληνικής Ακτοφυλακής, οι οποίες βέβαια καθορίζονται από την αντιλαϊκή πολιτική όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων, οι οποίες είτε πετσόκοψαν το εισόδημα των Λιμενικών, είτε το διατήρησαν στα ίδια χαμηλά επίπεδα, αυξάνοντας ταυτόχρονα τη φορολογία, τις δαπάνες για υγεία, παιδεία, την πρόσβαση σε πολιτιστικές – αθλητικές δραστηριότητες για τους Λιμενικούς και τις οικογένειές τους.

Ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ τόνισε ιδιαίτερα τα προβλήματα που έχουν προκύψει με την γιγάντωση του προσφυγικού – μεταναστευτικού, με ευθύνη των κυβερνήσεων ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ, και των συμμάχων τους ΝΑΤΟ και ΕΕ, προβλήματα που δεν απέτρεψε η παρουσία του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο. Χώρια που στη δημιουργία του προβλήματος έχει συμβάλει το ίδιο το ΝΑΤΟ με τους πολέμους του και με τη συμμετοχή της Ελλάδας. Άλλωστε, οι λιμενικοί γνωρίζουν ότι ούτε ένα ναυαγό δεν έχουν περισυλλέξει οι ΝΑΤΟϊκοί! Ούτε βέβαια η παρουσία του ΝΑΤΟ αποθάρρυνε την Τουρκία, το αντίθετο η τουρκική επιθετικότητα κλιμακώνεται.

Ο Δημήτρης Κουτσούμπας μίλησε για το σημαντικό ρόλο που επιτελούν σ’ αυτές τις κρίσιμες συνθήκες τα στελέχη του Λιμενικού, τα οποία καλούνται να ανταποκριθούν με αυτοθυσία για τη διασφάλιση της ζωής στη θάλασσα. Γι’ αυτό χρειάζονται στήριξη σε μέριμνα, μέσα και υποδομές, προκειμένου να ανταποκριθούν στα ζητήματα έρευνας – διάσωσης, καταπολέμησης του εγκλήματος, για την προστασία των θαλασσίων συνόρων, του θαλάσσιου περιβάλλοντος, τη μάχη ενάντια στο λαθρεμπόριο, τη διακίνηση των ναρκωτικών και τη διαφύλαξη του θαλάσσιου πλούτου της χώρας.

Όταν τελειώνουν τα παχιά λόγια οι λιμενικοί μένουν χωρίς ουσιαστική υποστήριξη από τις ελληνικές κυβερνήσεις και τα προβλήματά τους μεγαλώνουν. Όταν για παράδειγμα μένουν στα πλωτά με 24ωρες επιφυλακές, χωρίς νέο ρουχισμό και ανταλλακτικά, όταν σε άλλες υπηρεσίες αντιμετωπίζουν σοβαρά κτιριακά προβλήματα, συστηματική παραβίαση του ωραρίου, του δικαιώματος σε αξιοκρατικές μεταθέσεις, με ελλείψεις σε υλικοτεχνική υποδομή, βάζοντας από τη τσέπη τους για υπέρογκα ενοίκια, μετακινήσεις, φάρμακα κ.α.

Το ΚΚΕ ειδικά για τα στελέχη του Λιμενικού έχει κάνει στη Βουλή -μετά από παρεμβάσεις των Ενώσεων Προσωπικού και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Λιμενικών- έξι (6) Ερωτήσεις μόνο το τελευταίο διάστημα.

Ο Δημήτρης Κουτσούμπας μιλώντας για τις θέσεις του ΚΚΕ ειδικά για το Λιμενικό Σώμα τόνισε πως πάγια θέση του κόμματος είναι το προσωπικό του να μη δεχθεί να χρησιμοποιηθεί ως εμπόδιο απέναντι στο λαό που αγωνίζεται για το δίκιο του! Υποστήριξε ότι χρειάζεται να απεμπλακεί το Λιμενικό Σώμα από τη Ναυτική Εκπαίδευση και τις Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού. Επίσης τόνισε ότι και το προσωπικό των Σωμάτων Ασφαλείας, έχει κάθε δικαίωμα να συμμετέχει ενεργά στις ενώσεις, να αγωνίζεται για να βρεθούν λύσεις στα προβλήματά του, να υπερασπίζεται τα δικαιώματά του.

Το ΚΚΕ στηρίζει τα αιτήματα των Ενώσεων των Λιμενικών που κατέθεσε η Πανελλήνια Ομοσπονδία Λιμενικών και αφορούν την απεμπλοκή από τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα, για την αντιμετώπιση πανδημίας να γίνονται δωρεάν μοριακά τεστ για τον κορονοϊό και να εξασφαλιστεί ο αναγκαίος αριθμός εμβολίων. Να εκδοθεί άμεσα το Προεδρικό Διάταγμα σχετικά με τα κριτήρια μεταθέσεων. Επίσης οι μισθοί και οι συντάξεις να επανέλθουν στα προ κρίσης επίπεδα, να σταματήσει η απλήρωτη υπηρεσία, η παραβίαση του ωραρίου υπηρεσίας, τα προβλήματα ελλείψεων υλικοτεχνικής υποδομής των υπηρεσιών και των πλωτών μέσων κ.α, προβλήματα που αφορούν τη μετακίνησή και τον εξοπλισμό τους.

 

ΑΘΗΝΑ 29/1/2021 ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ

ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΟ 21ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ – ΠΡΩΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ – ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΩΣ ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΗΣ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ, ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ – ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ. Ο ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΑΙ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟ 20ο ΣΤΟ 21ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ

 

ΘΕΣΕΙΣ

ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΚΚΕ

ΓΙΑ ΤΟ 21ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ

 

ΠΡΩΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΩΣ ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΗΣ

ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ,

ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ

ΣΤΗΝ ΠΑΛΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ – ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ.

Ο ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

ΑΠΟ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΚΑΙ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΑΠΟ

ΤΟ 20ό ΣΤΟ 21ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

  1. Το Κόµµα, στο πεδίο της ιδεολογικής – πολιτικής πάλης και της παρέµβασης στους εργατικούς – λαϊκούς αγώνες, έχει συγκεντρώσει µια τεράστια πείρα άνω των 100 χρόνων. Είναι εµπειρία που αποκρυσταλλώθηκε πιο αποτελεσµατικά και ουσιαστικά την τελευταία 30ετία, όταν το ΚΚΕ για πρώτη φορά από τη στιγµή της ίδρυσής του το 1918, στηριζόµενο στις δικές του δυνάµεις, έδωσε τη µάχη για τη διατήρηση της κοµµουνιστικής του ταυτότητας. Κλήθηκε να ανασυγκροτηθεί, να αναδιοργανωθεί, να αναπτυχθεί παραπέρα, σε συνθήκες συνολικής νίκης της αντεπανάστασης στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και στην ίδια την ΕΣΣΔ, το πρώτο εργατικό κράτος στον 20ό αιώνα. Το ΚΚΕ έδωσε τη µάχη για την επαναστατική προγραµµατική και οργανωτική του ανασυγκρότηση, τη συγκρότηση µαχητικών πυρήνων και εστιών στο εργατικό – συνδικαλιστικό και τα άλλα κοινωνικά κινήµατα, που, είτε είχαν πλήρως ενσωµατωθεί στο σύστηµα, είτε είχαν διαλυθεί.

Το ΚΚΕ έχει ισχυρές ιστορικές παρακαταθήκες. Δεν χάθηκε η συνέχεια της πείρας, µπόρεσε να αντέξει, να σταθεί ξανά στα πόδια του, να κάνει νέα βήµατα µπροστά, στη µελέτη και ανάπτυξη της θεωρίας, της επεξεργασίας της επαναστατικής στρατηγικής µέσα στις νέες συνεχώς µεταβαλλόµενες συνθήκες στον 21ο αιώνα, µελετώντας βαθιά και πατώντας σταθερά στη συσσωρευµένη πείρα των 102 χρόνων του.

Επεξεργάστηκε το Πρόγραµµά του. Πλούτισε τις προγραµµατικές του αντιλήψεις για τον σοσιαλισµό – κοµµουνισµό. Μελέτησε κι έβγαλε συµπεράσµατα από την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόµησης µε επίκεντρο κυρίως την ΕΣΣΔ, ανίχνευσε τις αιτίες της αντεπαναστατικής ανατροπής. Προσπάθησε και προσπαθεί να διευρύνει την ιδεολογική – πολιτική επιρροή του στον λαό. Ανέπτυξε και αναπτύσσει τη δραστηριότητά του στο διεθνές κοµµουνιστικό, εργατικό, αντιιµπεριαλιστικό κίνηµα, επιδιώκει να ανοίξει νέους δρόµους.

Από πολλές απόψεις, η πείρα όλης αυτής της τελευταίας 30ετίας είναι πολύτιµη και γι’ αυτό η µελέτη της και η ενσωµάτωσή της στην καθηµερινή δουλειά όλου του Κόµµατος, σήµερα που όλο και νεότερες γενιές έχουν µπει και συνεχίζουν να µπαίνουν στην επαναστατική ταξική πάλη, είναι όρος αναντικατάστατος για µια µεγάλη πολύµορφη και πολύπλευρη ισχυροποίησή του, τουλάχιστον στο µέτρο που του αναλογεί η υποκειµενική ιστορική ευθύνη για την εργατική τάξη και τον λαό στη χώρα µας, αλλά και µε αντίκρισµα και σε αλληλεπίδραση µε το κοµµουνιστικό κι εργατικό κίνηµα στην περιοχή µας, στην Ευρώπη, διεθνώς.

Η ύπαρξη πρωτοπόρου Προγράµµατος κι επεξεργασιών, µε θέσεις που εµπλουτίζονται συνεχώς µε βάση τις σύγχρονες εξελίξεις και την πείρα της επαναστατικής ταξικής πάλης, είναι σηµαντική προϋπόθεση για την ιδεολογική – πολιτική – οργανωτική ενότητα και αποτελεσµατική ισχυροποίηση του Κόµµατος. Η πείρα από την οργανωτική µας ανασυγκρότηση στα 30 τελευταία χρόνια στηρίχτηκε στην προσπάθεια δηµιουργικής εφαρµογής των λενινιστικών θέσεων για το Κόµµα νέου τύπου, το Κοµµουνιστικό Κόµµα. Στηρίχτηκε στη θετική και αρνητική πείρα από τη δράση του σε συνθήκες παρανοµίας ή νοµιµότητας κ.λπ. Ωστόσο, δεν έγινε δυνατό να συνδυαστεί ολοκληρωµένα η επίµονη προσπάθεια για αποκατάσταση του επαναστατικού χαρακτήρα του Κόµµατος µε τη βαθιά µελέτη ζητηµάτων καθοδήγησης και ποιότητας δεσµών του Κόµµατος µε τις εργατικές – λαϊκές δυνάµεις, στις νέες, πρωτόγνωρες ως ένα µεγάλο βαθµό, συνθήκες.

Από το Προγραµµατικό και Καταστατικό µας Συνέδριο το 2013 είχε τεθεί ως κεντρικό πρόβληµα και όρος, για να µπορέσει το Κόµµα να ανταποκριθεί επάξια στο επαναστατικό του καθήκον, να γίνει αυτό που ονοµάσαµε «Κόµµα παντός καιρού», το ζήτηµα της κοµµατικής οικοδόµησης, της ισχυροποίησης του Κόµµατος, των καθοδηγητικών επιτελείων και Κοµµατικών Οργανώσεων Βάσης, της ΚΝΕ.

Βρισκόµαστε πλέον περίπου 8 χρόνια µετά το 19ο Συνέδριο και µε τη νέα διάταξη των κοµµατικών δυνάµεων, µετά και την ψήφιση του νέου Καταστατικού, όπως και 4 χρόνια µετά το 20ό Συνέδριο όπου εντοπίσαµε προβλήµατα καθοδηγητικής δουλειάς, καταλήξαµε σε προτάσεις κι έναν µακροπρόθεσµο σχεδιασµό για την αναβάθµισή της. Είναι αρκετός χρόνος για να εξετάσουµε πού βρισκόµαστε, µέχρι πού έχουµε προχωρήσει τους στόχους που θέσαµε, ν’ αξιολογήσουµε τη θετική ή αρνητική πείρα που συγκεντρώθηκε.

 

 

 

ΣΕ ΠΟΙΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΡΑ ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΣΗΜΕΡΑ

 

  1. Το Κόµµα, ως µέρος του Διεθνούς Κοµµουνιστικού Κινήµατος (ΔΚΚ), διατρέχει µια από τις πιο δύσκολες περιόδους της Ιστορίας του. Είναι περίοδος κατά την οποία –30 χρόνια µετά την επικράτηση της αντεπαναστατικής ανατροπής του πρώτου ιστορικού εγχειρήµατος περάσµατος από τον καπιταλισµό στον σοσιαλισµό – κοµµουνισµό– συνεχίζει να υφίσταται και να βαθαίνει η εξής µεγάλη αντίφαση:

Από τη µια µεριά, η αντίθεση ανάµεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας και στην καπιταλιστική ιδιοποίηση µεγάλου µέρους των αποτελεσµάτων της να οδηγεί σε καταστροφή σηµαντικού µέρους των παραγωγικών δυνάµεων, µε εκδήλωση νέας οικονοµικής κρίσης πριν η φάση της ανάκαµψης πλησιάσει το προ κρίσης παραγωγικό επίπεδο. Η καπιταλιστική οικονοµία διατηρεί υψηλά ποσοστά ανεργίας, µερικής απασχόλησης, γενικότερα υποαπασχόλησης και σε φάση ανάκαµψης. Οδηγεί σε µαζική καταστροφή ανθρώπινου και υλικού δυναµικού, λόγω έλλειψης των αναγκαίων υποδοµών προστασίας από φυσικά φαινόµενα, λόγω έλλειψης υποδοµών και άλλων µέτρων προστασίας της υγείας, παρά τις µεγάλες τεχνολογικές δυνατότητες. Η τεχνολογική ανάπτυξη, η ψηφιοποίηση, η τηλεργασία κ.ά., αντί να οδηγούν στη γενική µείωση του εργάσιµου χρόνου, χρησιµοποιούνται για την εντατικοποίηση και αύξηση του βαθµού εκµετάλλευσης, για νέες µορφές χειραγώγησης. Δηµιουργούνται εκρηκτικά προβλήµατα από τις ισχυρές προσφυγικές ροές, λόγω µακροχρόνιων εστιών ιµπεριαλιστικών πολέµων, όξυνσης των ανταγωνισµών µεταξύ ιµπεριαλιστικών κρατών, ενώ εµφανής είναι πλέον η τάση ανακατατάξεων στην ιµπεριαλιστική πυραµίδα.

Από την άλλη µεριά, συνεχίζεται η µεγάλη υποχώρηση του εργατικού κινήµατος –και του κοµµουνιστικού– η οποία κατά διαστήµατα παρουσιάζει εξάρσεις µαζικότερων αντιδράσεων, αρκετές φορές µε αποπροσανατολιστικά ή αντιδραστικά αιτήµατα. Καθυστερεί σε διεθνές επίπεδο, στις πιο σηµαντικές χώρες του διεθνούς καπιταλιστικού συστήµατος, η ανασυγκρότηση του εργατικού – συνδικαλιστικού κινήµατος, πολύ περισσότερο καθυστερεί η επαναστατική, ιδεολογική – πολιτική ανασυγκρότηση του κοµµουνιστικού κινήµατος, ακόµα και σε χώρες µε µακροχρόνιο ιµπεριαλιστικό πόλεµο, µε όξυνση των προβληµάτων στα όρια της επιβίωσης. Ταυτόχρονα, η αντιδραστικοποίηση όλου του αστικού εποικοδοµήµατος (στην εκπαίδευση, στη µαζική πληροφόρηση –έντυπη, τηλεοπτική, διαδικτυακή– στην εκδοτική και καλλιτεχνική παρέµβαση κ.λπ.), µε κυρίαρχο στοιχείο τον αντικοµµουνισµό, καθώς και η εργοδοτική χειραγώγηση εµποδίζουν την ανάπτυξη µιας πιο διακριτής επαναστατικής, ιδεολογικής – πολιτικής, δηλαδή κοµµουνιστικής πρωτοπορίας.

 

  1. Και στο διάστηµα από το 20ό Συνέδριο το 2017, το Κόµµα µας έδωσε και δίνει τη µάχη να διατηρηθούν τα κατακτηµένα επαναστατικά χαρακτηριστικά του σε πολύ δυσµενείς διεθνείς και εγχώριες συνθήκες. Είναι συνθήκες που συνεχώς επιδεινώνονται και λόγω της πανδηµίας, που λειτούργησε σαν καταλύτης της νέας οικονοµικής κρίσης, και λόγω της µεγάλης προσφυγικής – µεταναστευτικής εισροής που προκαλούν οι ιµπεριαλιστικοί πόλεµοι και τροφοδοτούνται από την πολιτική του τουρκικού κράτους. Σηµαντικός παράγοντας στην επιδείνωση των συνθηκών είναι η ισχυροποίηση της οικονοµικής και στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ που επιδιώκουν να φράξουν την κεφαλαιακή διείσδυση των Κίνας – Ρωσίας στην Ελλάδα ως πύλης προς την Ευρώπη, καθώς και τη συµµαχική προσέγγιση της Τουρκίας. Ενισχύεται η ένταση των ανταγωνισµών και αντιθέσεων στην περιοχή µε τη συγκέντρωση πολεµικών µέσων στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, η ένταση των τουρκικών διεκδικήσεων έναντι και ελληνικών κυριαρχικών δικαιωµάτων, ακόµα και η αµφισβήτηση νησιωτικής ελληνικής επικράτειας, στις οποίες συµβάλλει και η ΝΑΤΟική και ευρωενωσιακή στήριξη της Τουρκίας. Είναι φανερή η επιδίωξη των αστικών τάξεων Ελλάδας και Τουρκίας να αναβαθµίσουν, η κάθε µια για λογαριασµό της, το ρόλο τους στην περιοχή, γεγονός που οξύνει τον µεταξύ τους ανταγωνισµό.

 

 

ΠΕΡΝΑΜΕ ΣΕ ΝΕΑ ΠΙΟ ΔΥΣΚΟΛΗ ΦΑΣΗ

 

  1. Περνάµε σε µια νέα, πιο σύνθετη και δύσκολη φάση. Σε αυτές τις συνθήκες αυξάνεται η αστική και οπορτουνιστική πίεση για «εθνική οµοψυχία και ενότητα» κάτω από τη σηµαία της αστικής τάξης για τη στήριξη της γεωστρατηγικής αναβάθµισής της. Σε αυτήν την επιδίωξη χρησιµοποιούνται και ο ακραίος αστικός εθνικισµός, ιδιαίτερα σε σχέση µε την τουρκική προκλητικότητα, αλλά και ο κοσµοπολιτισµός ή η οπορτουνιστική του έκφραση «τι µε νοιάζει ο πόλεµός τους», «ας τα βρούνε µε τη συνεκµετάλλευση». Ως πρόσχηµα της «εθνικής οµοψυχίας και ενότητας» χρησιµοποιήθηκε και η πανδηµία, η οικονοµική καπιταλιστική κρίση που δήθεν αφορά το ίδιο όλους: Και τους µονοπωλιακούς οµίλους, και την εργατική τάξη, τις λαϊκές οικογένειες. Ταυτόχρονα, ιδιαίτερα µετά την καταδίκη της ΧΑ ως εγκληµατικής ναζιστικής οργάνωσης, πυκνώνουν οι φωνές στο αστικό στρατόπεδο, που προβάλλουν πως «αφού ξεµπερδέψαµε µε τον µαύρο φασισµό, τώρα ήρθε η ώρα να ξεµπερδέψουµε µε τον κόκκινο φασισµό». Ιδιαίτερα ο γιορτασµός του Πολυτεχνείου τον Νοέµβρη του 2020 πυροδότησε νέο κύµα αντικοµµουνιστικής επίθεσης, επανήλθε η θεωρία για τα «συνταγµατικά όρια της νοµιµότητας», κλιµακώνεται η επίθεση ενάντια στο Κόµµα και στο ταξικά προσανατολισµένο συνδικαλιστικό – εργατικό κίνηµα, δυναµώνουν η κρατική βία και καταστολή.

Παράλληλα, ο ανταγωνισµός µεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ στην κυβερνητική εναλλαγή είναι µια πηγή ιδεολογικής – πολιτικής ρεφορµιστικής και οπορτουνιστικής πίεσης προς τον περίγυρο του Κόµµατος, σε συνθήκες µακροχρόνιας νοµιµότητας για το Κόµµα και υποχώρησης του επαναστατικού κινήµατος, ανατροπής του πρώτου ιστορικού κύκλου σοσιαλιστικής οικοδόµησης.

Αυτή η πίεση ταυτόχρονα ασκείται και στο επίπεδο του διεθνούς κινήµατος, αφού σε αυτό υπερισχύει η στρατηγική των µεταρρυθµίσεων µε τη µια ή την άλλη µορφή της («αντινεοφιλελεύθερη», «αντιφασιστική – δηµοκρατική» ή και σε συνδυασµό τους), ή ακόµα και ως επιλογή ενός άλλου «κέντρου», π.χ. Κίνας ή Ρωσίας, υποβαθµίζοντας τον καπιταλιστικό χαρακτήρα τους. Κι όλα αυτά παρά τις σηµαντικές προσπάθειες του Κόµµατος σε διεθνές επίπεδο, τη διαπάλη στο πλαίσιο των Διεθνών Συναντήσεων Κοµµουνιστικών και Εργατικών Κοµµάτων, την Ευρωπαϊκή Κοµµουνιστική Πρωτοβουλία, την Διεθνή Κοµµουνιστική Επιθεώρηση, τις περιφερειακές συναντήσεις, κυρίως τις διµερείς σχέσεις.

Ταυτόχρονα, οι συνθήκες της Covid-19 επέδρασαν παραπέρα αρνητικά, αφού χρειάστηκε και χρειάζεται µεγαλύτερη και πιο σταθερή προσπάθεια για να µην παραλύσουν οι µαζικές οργανώσεις, να διατηρήσουν λειτουργία και δράση, εφαρµόζοντας επιστηµονικά τεκµηριωµένα µέτρα προστασίας της δηµόσιας υγείας.

Σε αυτές τις συνθήκες συνολικά αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετο και απαιτητικό από το προβλεπόµενο το καθήκον που καθόρισε το 20ό Συνέδριο ως «το ολόπλευρο ατσάλωµα του Κόµµατος και της ΚΝΕ».

 

ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΘΗΚΕ ΣΤΙΣ ΣΥΝΘΕΤΕΣ

ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΑΠΟ ΤΟ 20ό ΣΥΝΕΔΡΙΟ

 

  1. Εκτιµάµε ότι γενικά το Κόµµα µας ανταποκρίθηκε, υπό την καθοδήγηση της ΚΕ που εκλέχτηκε στο 20ό Συνέδριο, καθώς και του ΠΓ που έχει την ευθύνη της καθοδήγησης ανάµεσα στις συνεδριάσεις της. Σε αυτήν την κατεύθυνση, η ΚΕ οργάνωσε πλούσια ιδεολογικοπολιτική παρέµβαση µε επίκεντρο τα 100 χρόνια του ΚΚΕ, τα 100 χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης, της Κοµµουνιστικής Διεθνούς. Εκδόθηκαν ανάλογα βιβλία, συλλογές άρθρων, ντοκουµέντα κ.λπ. και κυρίως οι 4 τόµοι του Δοκιµίου Ιστορίας του ΚΚΕ, από την ίδρυσή του έως τη λήξη του Εµφυλίου και την ήττα του ΔΣΕ το 1949, που συζητήθηκαν κι εγκρίθηκαν από διαδικασία Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης (2018), µε βάση την Απόφαση του 20ού Συνεδρίου.

Δηµιουργήθηκε ένα ευρύ δίκτυο διαφύλαξης της ιστορικής µνήµης µε µουσεία και µνηµεία για τα πιο σηµαντικά γεγονότα της ταξικής πάλης στην Ελλάδα, της Ιστορίας του Κόµµατος, κυρίως της δεκαετίας του ’40 και του ΔΣΕ. Έγιναν πλήθος εκδόσεων, κεντρικών και τοπικών, καθώς και πολλές εκδηλώσεις που συνέβαλαν στη διεύρυνση των δεσµών του Κόµµατος µε νέες δυνάµεις και ιδιαίτερα µε απογόνους αντιστασιακών, µαχητών του ΔΣΕ, πολιτικών προσφύγων, ανεξάρτητα από τη σηµερινή τους πολιτική τοποθέτηση.

Όλη αυτή η δραστηριότητα συνοδεύτηκε από ηµερίδες, τα Φεστιβάλ ΚΝΕ – Οδηγητή και παρεµβάσεις ιδεολογικού – πολιτικού χαρακτήρα µε επίκεντρο την αναγκαιότητα του σοσιαλισµού – κοµµουνισµού, το οικονοµικό – κοινωνικό – πολιτικό περιεχόµενό του, την ερµηνεία τού ιστορικά πρώτου εγχειρήµατός του στον 20ό αιώνα, ενώ παράλληλα συνεχίστηκε και η διερεύνησή του.

Η πολιτιστική δραστηριότητα έπαιξε σπουδαίο ρόλο στο ανέβασµα του επιπέδου αλλά και στο ίδιο το πλάτεµα των εκδηλώσεων, δηµιουργώντας υποδοµή. Σηµαντική και ξεχωριστή ποιοτική δραστηριότητα ήταν τα σχετικά Επιστηµονικά Συνέδρια. Ωστόσο, η ανάλογη δραστηριότητα σε περιφερειακό ή και τοπικό επίπεδο είχε σε µεγάλο βαθµό την από τα πάνω παρέµβαση ή τουλάχιστον την κεντρική υποστήριξη, ενώ ήταν περιορισµένη και όχι σταθερή και συνεχής η αναπαραγωγή της σε επίπεδο ΚΟΒ.

Η ΚΝΕ έδωσε παλικαρίσια τις µάχες στο πλευρό του Κόµµατος. Επεξεργάστηκε παραπέρα θέσεις και στόχους µε την πραγµατοποίηση του 12ου Συνεδρίου της το 2018, στο οποίο εξειδικεύτηκε η ολόπλευρη παρέµβασή της στη νεολαία, αξιοποιώντας και την τεράστια πείρα που έχει αποκοµίσει παλεύοντας στο πλευρό του Κόµµατος επί µισόν αιώνα.

Συνολικά, στα χρόνια αυτά οργανώθηκε ένα πιο εντατικό πρόγραµµα πολιτικής δουλειάς, µε περιοδείες, συσκέψεις, συγκεντρώσεις. Δόθηκε η µάχη για τα οικονοµικά του Κόµµατος, µε χρονιάτικες οικονοµικές εξορµήσεις, ενώ το 2020, λόγω των ειδικών συνθηκών, δώσαµε τρεις µάχες οικονοµικής εξόρµησης µε επιτυχία. Μπήκε τάξη στα οικονοµικά, µε επίµονη δουλειά εδώ και 8 χρόνια από το 19ο Συνέδριο, λύθηκαν ή βρίσκονται σε δρόµο επίλυσής τους χρονίζοντα προβλήµατα. Δόθηκε η µάχη για την αντιµετώπιση των απαγορεύσεων, των αντιδραστικών νόµων για τα οικονοµικά των κοµµάτων.

Το Κόµµα, µε την καθοδήγηση της ΚΕ, έδωσε ταυτόχρονα σηµαντικές πολιτικές µάχες, όπως αυτή των τριπλών εκλογών (δηµοτικές – περιφερειακές, ευρωεκλογές, βουλευτικές) µε ενιαίο περιεχόµενο που ήταν ένα σηµαντικά ποιοτικό βήµα.

Έδωσε, επίσης, σηµαντικές µάχες σε φάσεις όξυνσης του προσφυγικού προβλήµατος, αποκάλυψε τις αιτίες και τους υπεύθυνους. Πρότεινε λύσεις από τη σκοπιά των αναγκών των προσφύγων αλλά και του ελληνικού λαού.

 

  1. Το Κόµµα µας πάλεψε για την ανασύνταξη του εργατικού – συνδικαλιστικού κινήµατος και οι δυνάµεις του όξυναν την αντιπαράθεση µε τις δυνάµεις του εργοδοτικού συνδικαλισµού, ενάντια στα φαινόµενα εκφυλισµού και νοθείας, στις δικαστικές και άλλες κατασταλτικές επεµβάσεις στο συνδικαλιστικό κίνηµα (Πάτρα, Τρίκαλα, ΠΟΕΜ, Συνέδριο ΓΣΕΕ κ.α.).

Στις συνθήκες της πανδηµίας, οι οποίες αξιοποιήθηκαν από την κυβέρνηση και το κράτος για το χτύπηµα του κινήµατος και του Κόµµατος, πρωτοστάτησε να περάσει το µήνυµα της αντίστασης, του αγώνα, της «οργανωµένης απειθαρχίας», µε σηµαντικές παρεµβάσεις και κινητοποιήσεις του µαζικού κινήµατος όπως των υγειονοµικών, των εµποροϋπαλλήλων, των ταξικά προσανατολισµένων συνδικάτων που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, ιδιαίτερα µε το συλλαλητήριο της 1ης Μάη 2020, αλλά και τις εκδηλώσεις για την 47η επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και την πανελλαδική πανεργατική απεργία της 26ης Νοέµβρη κ.ά.

Από το ΠΓ και τη Γραµµατεία έγινε προσπάθεια να εξειδικευτούν οι Αποφάσεις της ΚΕ για τα ζητήµατα της δράσης του Κόµµατος στο κίνηµα σε αυτές τις συνθήκες. Υπήρξε άνοδος της πρωτοβουλίας και της σχεδιασµένης παρέµβασης στο κίνηµα για λαϊκά προβλήµατα, όπως στην Αττική, στη Δυτική Θεσσαλονίκη, στην Καρδίτσα, στην Εύβοια, για τη ΛΑΡΚΟ.

Δεν έγινε κατορθωτό να πραγµατοποιηθεί η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη για τη δουλειά στην εργατική τάξη, παρόλο που η δράση του Κόµµατος στο διάστηµα από το 20ό Συνέδριο έχει συσσωρεύσει και νέα δεδοµένα στην πάλη για την αλλαγή του συσχετισµού δυνάµεων σε Εργατικά Κέντρα και Οµοσπονδίες, στην όξυνση της πάλης για την αποκάλυψη του εργοδοτικού – κυβερνητικού συνδικαλισµού στη ΓΣΕΕ κ.ά. Έτσι η ΚΕ αποφάσισε η δουλειά µας στην εργατική τάξη και το κίνηµά της να αποτελέσει βασικό αντικείµενο προβληµατισµού και παραπέρα επεξεργασίας στο 21ο Συνέδριο.

 

  1. Και σε αυτήν την τετραετία, τα µέλη και στελέχη του Κόµµατος πρωτοστάτησαν στην οργάνωση αγροτικών αγώνων και αγώνων των αυτοαπασχολουµένων των πόλεων ενάντια στις ευρωενωσιακές, κυβερνητικές και εργοδοτικές επιθέσεις, αγώνων µαθητικών και φοιτητικών καθώς και του ριζοσπαστικού γυναικείου κινήµατος. Σε αρκετές περιπτώσεις συνέβαλαν στη συσπείρωση και νέων δυνάµεων, σε διεργασίες βελτίωσης του συσχετισµού σε πρωτοβάθµια σωµατεία, Οµοσπονδίες κι Εργατικά Κέντρα, στο αγροτικό κίνηµα επίσης, στο µαθητικό – φοιτητικό και λιγότερο στο κίνηµα των αυτοαπασχολουµένων. Συνέβαλαν στην αύξηση κατά τι των δυνάµεων που συσπειρώνονται στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνηµα, αν και αυτό δεν εκφράζεται ούτε σε όλους τους συλλόγους – οµάδες, ούτε σε όλες τις περιοχές και νοµούς της χώρας, ενώ από την περίοδο του lockdown και µετά υπάρχουν εµφανή σηµάδια υπολειτουργίας ΔΣ και συνελεύσεων των συλλόγων.

Ειδικότερα στο αγροτικό, ως ένα βαθµό, τα µέλη και στελέχη του Κόµµατος συνέβαλαν ώστε να σταθεροποιηθεί η Πανελλαδική Επιτροπή των Μπλόκων (ΠΕΜ) ως µορφή πανελλαδικού συντονισµού στην οποία αντιπροσωπεύονται οµοσπονδίες και αγροτικοί σύλλογοι.

Σε αυτήν την τετραετία πραγµατοποιήθηκαν η συνεδριακή µας Απόφαση για Πανελλαδική Συνδιάσκεψη για τη δουλειά του Κόµµατος στους αυτοαπασχολούµενους της πόλης και η Διευρυµένη Ολοµέλεια της ΚΕ για την εξέταση της δουλειάς στους βιοπαλαιστές αγρότες. Αυτά τα Σώµατα, καθώς και η διαδικασία εσωκοµµατικής συζήτησης που προηγήθηκε ή ακολούθησε, βοηθούν στη διαµόρφωση ενιαίας και κυρίως συνειδητής αντίληψης για την αναγκαιότητα παρέµβασής µας στις λαϊκές, σύµµαχες δυνάµεις της εργατικής τάξης, για τον ακριβέστερο προσδιορισµό τους, τον εµπλουτισµό των θέσεών µας για την προοπτική τους στη σοσιαλιστική κοινωνία, για ζητήµατα τρέχουσας διαπάλης, την επεξεργασία πλαισίου και στόχων πάλης, την προώθηση κοινής δράσης στην προοπτική διαµόρφωσης κοινωνικής συµµαχίας σε αντικαπιταλιστική – αντιµονοπωλιακή κατεύθυνση.

 

  1. Αν και η πιο αναλυτική τοποθέτηση για τα κινήµατα θα γίνει σε χωριστό κείµενο, ως γενική εκτίµηση ισχύει ότι το κύρος, η επιρροή του Κόµµατος ως πρωτοπόρας και συνεπούς δύναµης στην πάλη για τα οξυµένα λαϊκά προβλήµατα, σε σηµαντικό µέρος µαχόµενων δυνάµεων, είναι αυξηµένο. Κατά περίπτωση, σηµειώνεται και διεύρυνση δυνάµεων κι επιρροής του Κόµµατος και της ΚΝΕ. Συνολικά, δεν σηµειώθηκε ουσιαστική αλλαγή ως προς τη συµµετοχή στα κινήµατα και εµφανής µαχητικοποίηση διαθέσεων, ή τουλάχιστον, όπου αυτή πραγµατοποιείται, είναι εύθραυστη, µε τάσεις πισωγυρίσµατος. Εξακολουθεί να κυριαρχεί µαζικά στους εργαζόµενους, σε λαϊκά στρώµατα, η λογική της «ανάθεσης», της µοιρολατρίας και του φόβου και όχι της άµεσης δικής τους συµµετοχής στο κίνηµα, στους αγώνες, παρά την εκτίµηση που τρέφουν για το Κόµµα για την πάλη υπεράσπισης των συµφερόντων τους. Ένα µέρος των εργαζοµένων, παρόλο που συµµετέχει στην πάλη και αναγνωρίζει τη δράση του Κόµµατος, παραµένει επηρεασµένο από τη λογική ότι «δεν υπάρχει διέξοδος», οι θέσεις του Κόµµατος δεν κατανοούνται ως «ρεαλιστικές».

Αυτή η κατάσταση είναι και αντανάκλαση του γεγονότος ότι από το 20ό έως το 21ο Συνέδριο και προς τιµήν των 100 χρόνων του Κόµµατος, ούτε το Κόµµα ούτε η ΚΝΕ κατόρθωσαν να διευρύνουν διακριτά τις δυνάµεις τους και να συσπειρώσουν γύρω τους ένα, όσο γίνεται στις σηµερινές συνθήκες, µεγαλύτερο τµήµα της εργατικής τάξης και των συµµάχων της. Αυτός όµως ο παράγοντας είναι αποφασιστικός και για τη διακριτή στροφή στη µαζικοποίηση και µαχητικοποίηση του εργατικού και λαϊκού κινήµατος.

Ο στόχος που έθεσε το 20ό Συνέδριο, της θεµελίωσης του Κόµµατος στις παραγωγικές ηλικίες στη βιοµηχανία και στους χώρους συγκέντρωσης µισθωτών, παραµένει. Τα βήµατα που έγιναν το διάστηµα αυτό δείχνουν δυνατότητες. Όµως η διευρυµένη αξιοποίηση αυτών των δυνατοτήτων απαιτεί πιο στοχευµένη προσπάθεια προετοιµασίας νέων κοµµουνιστικών δυνάµεων, µε πιο σχεδιασµένη και συστηµατική ιδεολογική, πολιτική, οργανωτική προσπάθεια, προκειµένου να εξουδετερώνονται αναστολές από τις δυσκολίες της καθηµερινότητας, από το γενικό παθητικό κλίµα, από τον φόβο της ανεργίας, της ανασφάλειας κ.λπ.

 

ΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ

ΣΤΡΑΜΜΕΝΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΟΧΗ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΙΚΗ ΜΑΣ ΔΟΥΛΕΙΑ

 

  1. Το κεντρικό ζήτηµα επεξεργασίας του 21ου Συνεδρίου είναι να γίνεται ακόµα πιο διακριτός στις πλατιές εργατικές – λαϊκές δυνάµεις ο ρόλος του ΚΚΕ ως ισχυρής οργανωµένης ιδεολογικοπολιτικής εργατικής – λαϊκής πρωτοπορίας, ως ο φορέας νέων ιδεών της επαναστατικής κοινωνικής προοπτικής, απάντησης στα µεγάλα ζωτικά προβλήµατα που έχουν συσσωρευτεί και απαιτούν επιτακτικά τη λύση τους τον 21ο αιώνα. Αυτό απαιτεί ανώτερη ποιοτικά καθοδηγητική δουλειά, ιδεολογική – πολιτική µορφωτική αναβάθµιση της δουλειάς όλου του Κόµµατος, από την ΚΕ µέχρι τις ΚΟΒ, από το ΚΣ της ΚΝΕ µέχρι τις ΟΒ.

Κεντρικό στοιχείο εδώ είναι ότι η καθοδήγηση και δράση ξεκινούν από τη στρατηγική. Αυτό σηµαίνει ότι χρειάζεται εξειδίκευση της στρατηγικής σε κάθε φάση, στον καθηµερινό αγώνα, όπως σε µεγάλο βαθµό το κάναµε πετυχηµένα την περίοδο της προηγούµενης καπιταλιστικής κρίσης, κατά τη φάση της ασθενικής ανάκαµψης της οικονοµίας και σήµερα µε τη νέα κρίση που επιτάχυνε και επιδείνωσε η πανδηµία του κορονοϊού. Στο πλαίσιο αυτό, εξάγονται πείρα και γνώση που πρέπει να αφοµοιώνονται συλλογικά σε όλα τα επίπεδα. Σε αυτό το ζήτηµα είναι ιδιαίτερα αξιοποιήσιµη η πείρα από το πρόβληµα της ανάδειξης των σύγχρονων λαϊκών αναγκών –ζήτηµα που τέθηκε µε έµφαση στο 20ό Συνέδριο– που ανοίγει τον δρόµο για την αντικαπιταλιστική – αντιµονοπωλιακή κατεύθυνση της πάλης, ανοίγει τη συζήτηση για την αναγκαιότητα της πάλης της εργατικής τάξης για τη δική της εξουσία. Συµβάλλουν, επίσης, τα θέµατα που επεξεργαστήκαµε στη Συνδιάσκεψη για τους αυτοαπασχολούµενους της πόλης και στην Ευρεία Ολοµέλεια για τους βιοπαλαιστές αγρότες. Συµβάλλουν οι επεξεργασίες και τα αιτήµατα που θέσαµε σε συνθήκες πανδηµίας για την επίταξη του ιδιωτικού τοµέα Υγείας κ.λπ., βοηθούν στην αποκάλυψη του χαρακτήρα του καπιταλιστικού συστήµατος, στο άνοιγµα του προβληµατισµού για την ανάγκη κοινωνικοποίησης των συγκεντρωµένων µέσων παραγωγής, της γης και του κεντρικού σχεδιασµού που προτείνει το ΚΚΕ ως βασικό στοιχείο µιας άλλης, ανώτερης οργάνωσης της κοινωνίας.

 

  1. Πρέπει να κάνουµε σηµαντική ακόµα καθοδηγητική δουλειά στον ιδεολογικό – πολιτικό – µαζικό αγώνα της εργατικής τάξης και των συµµάχων της, αφοµοιώνοντας τις νοµοτέλειες του καπιταλισµού. Έτσι θ’ απαλλαγούµε από γνωστές αδυναµίες, άλλοτε να συνδέουµε τεχνητά τα αιτήµατα της καθηµερινής πάλης µε την προοπτική, καταλήγοντας µε ένα σύνθηµα «για την εργατική εξουσία» και άλλοτε, άθελά µας, να καλλιεργούµε αντιλήψεις ότι µπορεί να υπάρξουν και λύσεις – νησίδες σοσιαλιστικές µέσα στον καπιταλισµό, ζήτηµα που οδηγεί στην επιλογή κάποιου κυβερνητικού δήθεν µικρότερου κακού, για την απόσπαση κάποιων πρόσκαιρων µέτρων. Αυτό δεν σηµαίνει ότι δεν παλεύουµε σε δύσκολες συνθήκες για απόσπαση έστω κάποιων µέτρων ανακούφισης για τον λαό, ανάλογα µε την εξέλιξη του συσχετισµού δυνάµεων και της ταξικής πάλης. Η σωστή ιδεολογική – πολιτική αποτύπωση αυτών των ζητηµάτων, πολύ περισσότερο η συζήτησή τους µέσα στα όργανα, τις ΚΟΒ και τις Κοµµατικές Οµάδες των µαζικών φορέων, δεν συνιστούν χάσιµο χρόνου αλλά διαδικασία εξάλειψης συγχύσεων. Πρέπει να συνειδητοποιηθεί συνολικά ότι έχει ειδικές απαιτήσεις η πάλη µέσα στον καπιταλισµό και µάλιστα σε συνθήκες συνολικής αντεπανάστασης και υποχώρησης του κινήµατος, όπου δεν είναι ρεαλιστικό να ανατραπούν οι στρατηγικές επιλογές του καπιταλισµού χωρίς να έχουν δηµιουργηθεί οι προϋποθέσεις επαναστατικής κατάστασης. Ταυτόχρονα, χωρίς µοιρολατρία, οφείλουµε να δείχνουµε ότι η ορµητική άνοδος της ταξικής πάλης µπορεί να φέρνει σε δυσκολία το σύστηµα, άρα το εργατικό κίνηµα να καθυστερεί ή ν’ αποτρέπει αντιλαϊκές επιλογές, να κερδίζει και κάτι, ως µικρό βήµα για την άνοδο της ταξικής πάλης, µέχρι τη συνολικότερη αντεπίθεση. Η στρατηγική µας, συνεπώς, αφορά και την καθηµερινότητα, την πάλη για διάφορα άµεσα ζητήµατα, έχοντας θέσει τις καθοδηγητικές µας απαιτήσεις σε αυτά, που δεν είναι άλλες από την ανάγκη της πάλης για την εξουσία, χωρίς «σταδιοποίηση» ή συµµετοχή σε κυβερνήσεις στο έδαφος του καπιταλισµού, θέµατα που αποτελούν κρίσιµα ζητήµατα της στρατηγικής, του Προγράµµατός µας, βασισµένα στην 100χρονη µελετηµένη πείρα µας.

 

 

ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΕΤΑΙ Η ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ

ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗΣ – ΜΟΡΦΩΤΙΚΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ

ΚΑΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΜΑΣ

 

  1. Σε αυτές τις αντικειµενικές συνθήκες παρουσιάζεται µαζικά το φαινόµενο ο νέος κοµµουνιστής και η νέα κοµµουνίστρια να µη διαθέτουν αρκετά ισχυρό µαρξιστικό ιδεολογικό υπόβαθρο κι ένα ευρύ µορφωτικό πολιτιστικό επίπεδο που βοηθάνε ώστε η γραµµή συσπείρωσης για τα οξυµένα καθηµερινά προβλήµατα να µην επηρεάζεται από την αστική ιδεολογία και προπαγάνδα και τη λογική της αστικής διαχείρισης, των µεθόδων και των ελιγµών της αστικής τάξης, η οποία έτσι κι αλλιώς µαζικά διοχετεύεται, αναπαράγεται, ανανεώνεται και προωθείται µε τα πιο σύγχρονα µέσα. Εποµένως, και η ικανότητα του κάθε κοµµουνιστή/στριας να απορρίπτει αυτήν την επίδραση απαιτεί διαρκή ατοµική και συλλογική προσπάθεια. Αυτό ασφαλώς είναι αποφασιστικής σηµασίας καθήκον για την ανάπτυξη της προσωπικής ευθύνης και πρωτοβουλίας και για την ικανότητα διεξαγωγής της διαπάλης στα κινήµατα, στα µέτωπα πάλης, µε επιχειρήµατα και πειστική εκλαΐκευση.

Αντανάκλαση αυτού του προβλήµατος είναι ότι και στην τετραετία, µετά το 20ό Συνέδριο δεν έχουµε θεαµατική βελτίωση στη διακίνηση του καθηµερινού Ριζοσπάστη και στο ιδεολογικό – πολιτικό – ιστορικό – λογοτεχνικό βιβλίο, παρά τα όποια βήµατα έγιναν στη βελτίωση του περιεχοµένου τους, συµπεριλαµβάνοντας και τη µελέτη νέων θεµάτων, νέες θεωρητικές επεξεργασίες.

Παρά το γεγονός ότι έχουµε δείγµατα επεξεργασµένης εκλαϊκευτικής παρέµβασης και µαζικής διαφώτισης, αυτά ακόµα είναι µεµονωµένα, δεν έχουν αγκαλιάσει όλο το στελεχικό δυναµικό, όλες τις Οργανώσεις, δεν στηρίζονται πάντα σ’ ένα στέρεο επαναστατικό ιδεολογικό – θεωρητικό υπόβαθρο.

 

  1. Επιδιώξαµε να συστηµατοποιήσουµε τη µαρξιστική µόρφωση µε σχολές, σεµινάρια, διαλέξεις, όµως όλα αυτά τα συστήµατα δεν αγκαλιάζουν σταθερά το σύνολο των δυνάµεων και κυρίως δεν εξασφαλίζουν την επαναληπτικότητα που απαιτείται να έχουν ανελλιπώς όλο τον χρόνο.

Παρά τα θετικά βήµατα, παραµένει ως βασικό πρόβληµα ότι το σύστηµα εσωκοµµατικής µόρφωσης, και κατά συνέπεια της αυτοµόρφωσης, εξακολουθεί να λειτουργεί ως ένα «παράλληλο πρόγραµµα», που δεν συνδέεται ουσιαστικά και οργανικά µε το περιεχόµενο της καθηµερινής δράσης των Οργανώσεων. Κατανοείται ως ένα συµπληρωµατικό, ειδικό καθήκον και όχι ως βασικό στοιχείο της προσπάθειας να εναρµονίζεται η καθηµερινή δράση µε το κύριο πολιτικό καθήκον. Λείπει η καθοδηγητική βοήθεια για τη συνέχιση της µαρξιστικής αυτοµόρφωσης και την αξιοποίησή της στην τρέχουσα πολιτική δράση. Στην ουσία, το πρόβληµα αυτό αφορά τις καθοδηγητικές µας αδυναµίες στο να µπαίνουν στη ζωή συγκεκριµένα και να διαδίδονται οι σύγχρονες επεξεργασίες µας, το Πρόγραµµά µας, η στρατηγική µας για τον σοσιαλισµό – κοµµουνισµό, να ξεπερνιούνται συγχύσεις και λαθεµένες αντιλήψεις.

Ως ένα µεγάλο βαθµό, η καθοδηγητική δουλειά από πάνω µέχρι κάτω δεν βελτιώθηκε και δεν αντιστοιχήθηκε µε τις στρατηγικές µας επεξεργασίες, ιδιαίτερα στον κρίκο των τοµεακών οργάνων, όπως είχε εντοπίσει το 20ό Συνέδριο. Παραµένει ζητούµενο το να σχεδιάζουµε και να υλοποιούµε στον καθηµερινό αγώνα µε σταθερό εργαλείο τα ντοκουµέντα µας.

Ταυτόχρονα, δεν έχουµε ξεπεράσει µια «τσιγκουνιά» που µας διακρίνει στη συλλογική απόφαση που έχουµε πάρει για να κατανέµεται ο χρόνος των στελεχών, να παρακολουθούν τα συστήµατα οργανωµένης κοµµουνιστικής µόρφωσης και επιµόρφωσης, µέσα και από τη διαδικασία αποδέσµευσης ανώτερων στελεχών, της ΚΕ, ακόµα και του ΠΓ, για την εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος. Ο αναγκαίος χρόνος διαρκούς αυτοµόρφωσης είναι αναπόσπαστο στοιχείο βελτίωσης και αποτελεσµατικότητας της καθοδήγησης, της οργανωτικής δουλειάς, της µελέτης των προβληµάτων και της πείρας της ταξικής πάλης. Είναι υποχρέωση ατοµική του στελέχους αλλά και συλλογική των Οργάνων.

Κατά περιόδους, ακόµα κι όταν πετυχαίναµε έναν ευρύτερο κύκλο συζήτησης ιδεολογικών ζητηµάτων σε όλο το Κόµµα και την ΚΝΕ (π.χ. µε αφορµή τα 100χρονα, παλιότερα µε αφορµή τη συζήτηση του Δοκιµίου Ιστορίας για την περίοδο 1949-1967), δεν εξασφαλίζαµε τη συνεχή επανάληψη, µε αποτέλεσµα να υποχωρεί η γνώση ή και να εξανεµίζεται εντελώς, µε δεδοµένη και τη µεγάλη ηλικιακή ανανέωση του Κόµµατος και την ταχύτατη ανανέωση των δυνάµεων της ΚΝΕ.

Το σηµαντικότερο πρόβληµα, εν µέρει αντικειµενικό, είναι ότι όλη η προσπάθεια αφοµοίωσης ιστορικών και ιδεολογικών συµπερασµάτων, θέσεων κι επεξεργασιών µε βάση τις εξελίξεις και τις νέες απαιτήσεις, δεν συνδυάζεται σταθερά µε τα άµεσα πολιτικά καθήκοντα και τη δράση. Είναι εν µέρει αντικειµενικό, γιατί οι συνθήκες όπου δρούµε είναι τέτοιες που χαρακτηρίζονται από δουλειά αργή, βασανιστική, µακρόσυρτη, γιατί τα ζητήµατα που αντιµετωπίζουµε στη δράση µας αφορούν διαµόρφωση προϋποθέσεων για την επαναστατική άνοδο σε µελλοντικό χρόνο. Από την άλλη, όµως, εκφράζει και υποκειµενική αδυναµία, την οποία πρέπει να αντιµετωπίσουµε, το πώς δηλαδή φωτίζονται µε αυτά τα συµπεράσµατα πλευρές και ζητήµατα της τρέχουσας δράσης, πώς διαµορφώνονται κριτήρια κοµµουνιστικής δουλειάς. Βαραίνουν ακόµα η αποσπασµατικότητα και η τυποποίηση.

Μάλιστα, ορισµένες βασικές επεξεργασίες του Κόµµατος, όπως το τετράτοµο Δοκίµιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918 – 1949, δεν έχουν οργανωµένα µελετηθεί – αφοµοιωθεί ούτε από το στελεχικό δυναµικό ούτε από κοµµατικές – ΚΝίτικες δυνάµεις, όπως της σπουδάζουσας, των εκπαιδευτικών και των δυνάµεών µας στον Πολιτισµό, που εκ των πραγµάτων και από τη θέση τους βρίσκονται κάτω από τον συνεχή βοµβαρδισµό της αστικής ιδεολογίας.

Η ίδια οπωσδήποτε ανάγκη υπάρχει και για τις εργατικές µας δυνάµεις, παρόλο που σε ορισµένες από αυτές, ιδιαίτερα στη Βιοµηχανία, τα ταξικά αντανακλαστικά δίνουν υπόβαθρο µεγαλύτερης αντοχής στην αστική ιδεολογική χειραγώγηση.

Δείκτης αυτού του προβλήµατος που εντοπίζουµε είναι το γεγονός ότι παρ’ όλη τη δουλειά υποδοµής που έχει γίνει µε εκδόσεις, αρθρογραφία, σεµινάρια και σχολές, συζητήσεις σε Όργανα και ΚΟΒ, επανέρχονται ζητήµατα που φανερώνουν κενά στη γνώση και αφοµοίωση αυτών που συλλογικά έχουµε κατακτήσει ως Κόµµα. Ξεχωρίζουµε για παράδειγµα τα εξής ζητήµατα:

– Την κατανόηση της εκµεταλλευτικής σχέσης και ιδιαίτερα τις σύγχρονες µορφές που παίρνει η καπιταλιστική εκµετάλλευση, εξαιτίας της εφαρµογής νέων τεχνολογιών και άλλων µεθόδων οργάνωσης της εργασίας. Ζητήµατα όπως η υπεραξία, το µέσο ποσοστό κέρδους, ο χρόνος εργασίας, η εφαρµογή της Πληροφορικής, η επίδραση της τηλεργασίας, πρέπει να είναι οργανικό στοιχείο της αρθρογραφίας, αλλά και των δηµόσιων παρεµβάσεων, ώστε να γίνεται κατανοητή η λειτουργία του εκµεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήµατος.

– Την αντίληψή µας για τον χαρακτήρα της οικονοµικής κρίσης στον καπιταλισµό, την εναλλαγή φάσεων οικονοµικής κρίσης και ανάκαµψης, ζητήµατα τα οποία βοηθούν στη σωστή κατανόηση και εκτίµηση των διάφορων µορφών αστικής διαχείρισης.

– Την αντίληψή µας για τη σοσιαλιστική οικοδόµηση στον 20ό αιώνα, απαλλαγµένη από τον εξωραϊσµό της για τις γενιές κυρίως που την γνώρισαν, ενώ οι νέες γενιές έχουν τελείως διαστρεβλωµένη αντίληψη ή άγνοια. Την αντίληψή µας ιδιαίτερα για τις αιτίες της ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήµατος στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, στην Κίνα και αλλού, κυρίως όµως της διάλυσης της ΕΣΣΔ και του ΚΚΣΕ, αφού είχε καθοριστικό ρόλο στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόµησης και της γραµµής του ΔΚΚ, επιδρούσε αποφασιστικά και στο Κόµµα µας.

– Την κατανόηση µιας σειράς εξελίξεων στο αστικό εποικοδόµηµα, τόσο αυτοτελώς όσο και από τη σκοπιά της σχέσης τους µε αντίστοιχες αλλαγές και τάσεις στην καπιταλιστική οικονοµία και την κοινωνική οργάνωση και δυναµική, όπως αλλαγές στους κρατικούς µηχανισµούς, στη συγκρότηση αστικών κοµµάτων, στη νοµοθεσία, στην εκπαίδευση, στην οικογένεια, µε επίδραση στις κοινωνικές και διαπροσωπικές σχέσεις, στην αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου κ.λπ.

– Τη δυσκολία διαµόρφωσης γραµµής συσπείρωσης στο κίνηµα, βασισµένης στην παρακολούθηση των εξελίξεων ανά κλάδο, αλλά και ανά εργασιακό χώρο ή κοινωνικό πρόβληµα.

 

 

 

 

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΩΝ ΣΤΕΛΕΧΩΝ

ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΚΟΜΒΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ

ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

 

  1. Η ΚΕ συνολικά συγκεντρώνει την προσοχή της κάθε φορά στα στρατηγικά καθήκοντα του Κόµµατος, επεξεργάζεται την πολιτική του σε κάθε φάση και στιγµή, επιδιώκει να προσαρµόζει δηµιουργικά τη δράση της µε βάση την επικαιρότητα, χωρίς να εγκαταλείπει την κύρια και βασική γραµµή δράσης και του συνολικότερου σχεδιασµού της. Σε πολύ µεγαλύτερο βαθµό σε σχέση µε παλιότερα, έχει ξεπεράσει την αδυναµία που εντοπιζόταν, να απορροφάται από την καθηµερινότητα και την πίεση που αντικειµενικά αυτή ασκεί.

Ταυτόχρονα, όµως, παραµένουν προβλήµατα και αδυναµίες στη διαχείριση αυτού του προβλήµατος, που είναι σε βάρος της σχεδιασµένης δουλειάς µε στόχο την ιδεολογικοπολιτική και οργανωτική ισχυροποίηση του Κόµµατος µε όρους υποδοµής και προοπτικής. Το πρόβληµα αυτό συναντιέται και στα Τµήµατα της ΚΕ και στο ΚΣ της ΚΝΕ, όµως µε µεγαλύτερη ένταση και σε µεγαλύτερη έκταση συναντιέται όσο πάµε προς τα κάτω, στις Επιτροπές Περιοχής, πολύ περισσότερο στα Γραφεία και τις Τοµεακές Επιτροπές. Τόσο τα µέλη της ΚΕ όσο και τα υπόλοιπα στελέχη που συµµετέχουν στα Όργανα δεν µπόρεσαν να συνδέσουν τη µελέτη κι επεξεργασία ζητηµάτων που κάθε φορά συζητιούνται µε την αναπόσπαστη σε κάθε συνεδρίαση συζήτηση των προβληµάτων καθοδήγησης.

Σήµερα, είναι κρίσιµο ζήτηµα, αποκτά προτεραιότητα, το να ξεπεραστεί η αδυναµία της ΚΕ και από τη σκοπιά της µελέτης, αλλά και του τρόπου καθοδήγησης, να βοηθά και να καθοδηγεί αποτελεσµατικά τη διαδικασία ανάπτυξης και ανάδειξης στελεχών, ιδιαίτερα από την εργατική τάξη, επίσης νέων σε ηλικία, καθώς και γυναικών.

Οπωσδήποτε, όλα αυτά τα τελευταία χρόνια έχουµε εκτεταµένη ανάδειξη νέων στελεχών, βασικά από την ΚΝΕ που περνάνε στο Κόµµα. Στελέχη που έδωσαν ώθηση στη δουλειά του Κόµµατος, στελέχωσαν καθοδηγητικά όργανα όλων των επιπέδων, Τµήµατα της ΚΕ, ανέλαβαν δουλειά στο κίνηµα. Είναι σηµαντική η ανανέωση στελεχών στα περισσότερα καθοδηγητικά όργανα, ειδικά των µεγάλων αστικών κέντρων. Αρκετά στελέχη έχουν αναλάβει σηµαντικές καθοδηγητικές ευθύνες, έχουν δείξει ικανότητες και απαιτείται ένα ικανό χρονικό διάστηµα για να εξελιχθούν, να αναπτύξουν τις δυνατότητές τους. Αρκετά στελέχη έχουν αναδειχτεί χωρίς κατακτηµένη τη συσσωρευµένη πείρα της συνδυασµένης συνδικαλιστικής µε την κοµµατική πολιτική παρέµβαση, µε µετρήσιµο δείκτη τη στρατολογία και την κοµµατική οικοδόµηση, τις ανάγκες βαθύτερης θεωρητικής, ιδεολογικής κατάρτισης.

Να µη διστάσουµε να διορθώσουµε σε πολλές περιπτώσεις τη διάταξη των στελεχών, για να µπορεί ο καταµερισµός των Οργάνων να είναι αποδοτικός. Όσο είναι δυνατό να αποφεύγεται η πολυχρέωση που οδηγεί σε κατακερµατισµό, προχειρότητα στην οργανωτική δουλειά, ακόµα και µε χρεώσεις που δεν συνδυάζονται, µε αποτέλεσµα την επιφανειακή ενασχόληση µε τους τοµείς δουλειάς.

Η ανάπτυξη των στελεχών ξεκινάει από την όσο γίνεται καλύτερη γνώση των προσωπικών τους χαρακτηριστικών και των ιδιαίτερων δυνατοτήτων τους στην αξιοποίηση και εξέλιξή τους µε κοµµατικά κριτήρια. Σήµερα, χρειάζεται να αναπτύξουµε στελέχη πολύπλευρα, χωρίς ισοπεδωτικά κριτήρια, να παίρνουµε υπόψη και τη φυσική τους ηλικία, την πείρα κ.λπ. Η προετοιµασία, όµως, πρέπει να έχει ενιαία χαρακτηριστικά, όπως η διαµόρφωση ενός ορισµένου επιπέδου θεωρητικής µόρφωσης, γνώσης των θέσεων και επεξεργασιών του Κόµµατος, που αποτελούν και παράγοντα ιδεολογικοπολιτικής ενότητας και συνειδητής συµφωνίας. Ταυτόχρονα, για την ολόπλευρη ανάπτυξη των στελεχών, έχει σηµασία η εναλλαγή κατά διαστήµατα του καταµερισµού καθηκόντων, όχι µονιµοποίηση σε οργανωτική δουλειά καθοδήγησης γενικών καθηκόντων, αλλά εναλλαγή και σε καθήκοντα στο µαζικό κίνηµα, στον ιδεολογικό τοµέα, σε άλλους τοµείς δράσης.

Ένα µεγάλο µέρος στελεχών ξεχωρίζει και συνεχίζει να εξελίσσεται, χωρίς όµως να έχει προηγηθεί µια ολόπλευρη διαδικασία προετοιµασίας τους στις σύγχρονες ανάγκες καθοδήγησης, ή «αναδεικνύεται αυτόµατα» λόγω ανάγκης κάλυψης κενών, χωρίς σχέδιο, πρόβλεψη και κατάλληλη προετοιµασία, ενώ τα κριτήρια δεν τηρούνται ολοκληρωµένα. Τα κριτήρια περιορίζονται µόνο σε µια γενική συµφωνία µε το Πρόγραµµα, την πολιτική του Κόµµατος, που βεβαίως είναι αναγκαίες προϋποθέσεις, αλλά πρέπει να υπολογίζονται και άλλα χαρακτηριστικά. Για παράδειγµα, να είναι όσο γίνεται µε βάση την πείρα τους απαλλαγµένα από µια τυπική και ρουτινιάρικη καθηµερινή διεκπεραίωση κοµµατικών ζητηµάτων από τα γραφεία, η οποία συνήθως περιορίζεται στη µετάδοση κατευθύνσεων κι εντολών και το πολύ-πολύ φτάνει σε έναν τυπικό κι επιφανειακό έλεγχο αποτελεσµάτων της δράσης µας. Ο κοµµουνιστικός καταµερισµός δουλειάς δεν διαχωρίζει τεχνητά την επιτελική από την εκτελεστική εργασία, αλλά απαιτεί διαλεκτικό συνδυασµό τους.

Σε συνθήκες µικρής αποτελεσµατικότητας της κοµµατικής δουλειάς, περιορισµένης συµµετοχής λαϊκών δυνάµεων στην οργανωµένη δράση, είναι κρίσιµο να καλλιεργηθεί ένα καθοδηγητικό πνεύµα ασυµβίβαστο µε τις δυσκολίες. Δεν είναι απλώς θέµα στιλ δουλειάς. Βασίζεται πρώτα απ’ όλα στη µαχητικότητα των στελεχών, που πηγάζει από τη γνώση της κοµµουνιστικής θεωρίας, αλλά και από την ταξική – κοινωνική πείρα. Πάνω σε αυτήν τη βάση εδράζονται ο µη συµβιβασµός µε τις δυσκολίες και τις υποκειµενικές αδυναµίες, η διαρκής προσπάθεια αξιοποίησης όλων των δυνατοτήτων, η δηµιουργική υλοποίηση των κατευθύνσεων, η διαρκής ανησυχία κι επαγρύπνηση, η ανάπτυξη της αυτοκριτικής αξιολόγησης της δουλειάς.

Ιδιαίτερα ένας µεγάλος αριθµός στελεχών προερχοµένων από την ΚΝΕ, που περνούν στο Κόµµα και αναλαµβάνουν ευθύνες στην καθοδήγηση και κυρίως στο µαζικό κίνηµα, χρειάζεται πολύπλευρη και συστηµατική βοήθεια, αφού µέχρι τότε έχουν ελάχιστη πείρα συµµετοχής από υπεύθυνη θέση στο κίνηµα, καθώς και ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης σε αυτό, σε µια µαζική οργάνωση. Δεν έχουν πείρα εργασιακή ή συχνά είναι πολύ περιορισµένη. Άλλα στελέχη προέρχονται από το φοιτητικό κίνηµα, που όµως την τελευταία δεκαετία χαρακτηρίζεται από αποδιοργανωµένες διαδικασίες, ή δουλεύουν σε χώρους µε χαµηλό ή ακόµα και ανύπαρκτο βαθµό συνδικαλιστικής οργάνωσης, µε αποτέλεσµα να δυσκολεύονται να απλώσουν τη δράση ευρύτερα, ιδιαίτερα σήµερα που η πλειοψηφία της νεολαίας έχει δυσκολίες να προσανατολιστεί στη µαζική πολιτική πάλη. Η βοήθεια στα στελέχη που έχουν µια πιο άµεση σχέση και πείρα από τη δουλειά στη νεολαία, µπορεί να βελτιώσει σηµαντικά την κοµµατική παρέµβαση ευρύτερα στις νεαρές ηλικίες, στην καλύτερη καθοδήγηση των δυνάµεων της ΚΝΕ.

Η τόλµη στην ανάδειξη νέων στελεχών πρέπει να συνδυάζεται µε συστηµατική δουλειά για την ανάπτυξη εργατικών στελεχών, ώστε η ταξική τους προέλευση να αξιοποιηθεί για την ωρίµανσή τους, την ανάδειξη των ικανοτήτων τους, τη µαρξιστική – λενινιστική κατάρτισή τους.

Η ΚΕ οφείλει να αναπτύξει πιο απαιτητικά κριτήρια για την απόδοση των στελεχών, τόσο συλλογικά όσο και ατοµικά, γεγονός φυσικά που προϋποθέτει ότι δίνουµε όλη την απαιτούµενη βοήθεια, ώστε να µην αναπαράγεται ένας αναποτελεσµατικός και ξεπερασµένος τρόπος καθοδήγησης. Η ευθύνη της ΚΕ αφορά ιδιαίτερα την προετοιµασία των στελεχών της ΚΝΕ να περάσουν στο Κόµµα, παίρνοντας υπόψη ότι έχουν αλλάξει αρνητικά οι συνθήκες ζωής (µεγάλη ανεργία, δραµατικές αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, µεγαλύτερα οικογενειακά και προσωπικά προβλήµατα λόγω συνθηκών κ.λπ.). Έχουν αυξηθεί οι πιέσεις από τις µεγάλες σύγχρονες ανάγκες, ενώ η ίδια η κατάσταση του κινήµατος, ο αρνητικός συσχετισµός, τα προβλήµατα µειωµένης προσφοράς ορισµένων κοµµατικών µελών και κάποιων στελεχών προσθέτουν στα άλλα κοµµατικά στελέχη φόρτο πρακτικών καθηκόντων.

Το Κόµµα έχει καθήκον να διαπαιδαγωγεί τις δυνάµεις που σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης θα οδηγήσουν στην ανατροπή της αστικής εξουσίας, στη σοσιαλιστική οικοδόµηση. Προετοιµάζει το αύριο και αυτό ακριβώς καθορίζει και τη διαδοχικότητα των γενεών και των στελεχών.

 

  1. Πρέπει να καταπολεµηθεί δραστικά πλέον µια εδραιωµένη από παλιά αντίληψη, που, στο όνοµα των πιεστικών οργανωτικών καθηκόντων, δεν υπάρχει ιδιαίτερη φροντίδα για ανάπτυξη και ειδίκευση στελεχών στην ιδεολογική δουλειά, στελεχών που διασφαλίζουν γενικότερα τον ουσιαστικό καταµερισµό και την αναγκαία επιτελικότητα στη δουλειά των καθοδηγητικών οργάνων, στη βοήθεια στην ΚΝΕ, στην κοµµατική διαλεκτική – υλιστική έρευνα, στη θεωρητική και επιστηµονική δουλειά. Σε αυτήν να ενταχθούν τα εκατοντάδες στελέχη που κάνουν µεταπτυχιακές, διδακτορικές εργασίες, αλλά και στελέχη προερχόµενα από την εργατική τάξη, από λαϊκές οικογένειες, µε πείρα στην ταξική πάλη, δοκιµασµένα και στη δουλειά των Οργανώσεων. Οι τρέχουσες ανάγκες δεν πρέπει να φέρνουν σε δεύτερη µοίρα την ανάγκη να διατίθενται στελέχη για να αποκτήσουν θεωρητική µόρφωση µέσα από το κοµµατικό εκπαιδευτικό σύστηµα. Είναι καθήκον υποδοµής, ιδιαίτερης όµως βαρύτητας για τη διατήρηση και ανάπτυξη του επαναστατικού χαρακτήρα του Κόµµατος. Το ελλιπές θεωρητικό επίπεδο αυξάνει τη ρουτίνα, την επαναληπτικότητα χωρίς φαντασία, την πρακτική σε βάρος της θεωρητικής δουλειάς.

 

  1. Είναι αδιαµφισβήτητο γεγονός ότι σε όλα τα Όργανα του Κόµµατος, από τα κάτω µέχρι τα πάνω, βασικό ρόλο παίζει ο Γραµµατέας κάθε Οργάνου, αφού αυτός είναι που έχει τη γενικότερη ευθύνη, δίνει τον τόνο στον προσανατολισµό, στη βάση των συλλογικών αποφάσεων των Οργάνων. Αυτονόητο πρέπει να θεωρείται το καθήκον να γίνεται όλο και πιο πολύπλευρος, πιο αποτελεσµατικός. Είναι ατοµική ευθύνη, αλλά και σε αυτό έχει ανάγκη και τη βοήθεια. Ο Γραµµατέας πρέπει να έχει επίγνωση των ελλείψεών του, να στηρίζεται στη γνώµη και την πείρα των άλλων στελεχών που είναι σχετικά πιο εξειδικευµένα σε τοµείς δουλειάς.

Ο ρόλος πιο ειδικά των Γραµµατέων των Επιτροπών Περιοχής και των Τοµεακών Επιτροπών είναι σηµαντικός για να λειτουργεί ο καταµερισµός, για την αξιοποίηση όλων των κρίκων, για την ουσιαστική λειτουργία του Οργάνου από την άποψη προσανατολισµού, θεµατολογίας, προετοιµασίας, χρόνου συζήτησης, ενθάρρυνσης γραψίµατος, αρθρογραφίας από στελέχη, αναβάθµισης της οργανωµένης αυτοµόρφωσης, προσπάθειας γενίκευσης της πείρας. Χρειάζεται να µπαίνουν µπροστά στην πολιτική δραστηριότητα, να εξασφαλίζουν τον συλλογικό έλεγχο, αξιοποιώντας σταθερά τη µορφή της ατοµικής συνεργασίας µε τα στελέχη. Να µη µένουν µόνο στη βδοµαδιάτικη συνεδρίαση, να αποκτάνε εικόνα σε µεγαλύτερο βάθος, να γίνονται πιο ικανοί στην εξειδίκευση, στον σχεδιασµό και τη γνώση του χώρου ευθύνης, των κινηµάτων, για το πώς διεξάγουµε τη διαπάλη, πού ιεραρχούµε στην περιοχή, στον χώρο ευθύνης κάθε Τοµεακής Επιτροπής και ΚΟΒ.

Είναι σηµαντικό στους συντρόφους που χρεώνονται ως Γραµµατείς Τοµεακών Επιτροπών να δίνεται ο απαιτούµενος χρόνος για να γνωρίσουν καλά την Οργάνωση, να µη γίνονται αποσπασµατικές αλλαγές, αλλά να γίνεται και όσο το δυνατό πιο οργανωµένα και προγραµµατισµένα εναλλαγή καθηκόντων για την πιο ολοκληρωµένη κοµµατικά ανάπτυξή τους, για την αντιµετώπιση της τυποποίησης που συχνά παρατηρείται.

 

  1. Αποφασιστικά να ξεπεράσουµε το φαινόµενο να υπάρχουν όργανα που λειτουργούν ως συντονιστικά Γραµµατέων των αντίστοιχων Οργανώσεων. Το πρόβληµα δεν είναι µόνο θέµα καταµερισµού, αλλά και προσανατολισµού στη λειτουργία των Οργάνων για τη συζήτηση των τοµέων δουλειάς, των µετώπων πάλης, αναβαθµίζοντας την ιδεολογική συζήτηση, ώστε να ανοίγονται δρόµοι, να διαµορφώνονται προϋποθέσεις για αξιοποίηση κι εκπαίδευση συντρόφων.

Τα Όργανα πρέπει να σχεδιάζουν καλά τη συζήτηση θεµάτων, όχι διεκπεραιωτικά – ενηµερωτικά, να µη συσσωρεύουν σε µια συνεδρίαση πολλά θέµατα. Να αξιοποιούν την αρθρογραφία της ΚΟΜΕΠ, προλόγους εκδόσεων, να οργανώνουν συζήτηση πάνω σε εκδόσεις ιδεολογικού – ιστορικού περιεχοµένου και µε αντίστοιχες τοποθετήσεις.

Με δεδοµένο ότι σε επίπεδο παρακάτω Οργάνων, κυρίως των Τοµεακών, τα στελέχη εργάζονται και µε άσχηµα και άστατα πολλές φορές ωράρια, άρα αντικειµενικά περιορίζεται ο χρόνος τους, η προετοιµασία τους για τέτοια παρακολούθηση της δουλειάς και για τις συνεδριάσεις, δεν µπορεί στην πράξη να ακυρώνεται µέσω της πολυχρέωσης σε καθήκοντα που απαιτούν πολλή πρακτική εργασία, µε αποτέλεσµα αυτή να προτιµάται, λόγω της υπάρχουσας µεγάλης εξοικείωσης µε αυτόν τον τρόπο δουλειάς.

Η ίδια η Γραµµατεία της ΚΕ να ξεπεράσει στη σύνθεση και λειτουργία της τα χαρακτηριστικά συντονισµού της καθοδήγησης Οργανώσεων Περιοχής. Στον καταµερισµό των µελών να αναβαθµιστούν οι χρεώσεις σε τοµείς δουλειάς σε µέτωπα πάλης. Πολλά µέλη των Οργάνων, πρώτα απ’ όλα τα µέλη της ΚΕ, αλλά και των Γραφείων Περιοχής, έχουν µεγάλο φόρτο δουλειάς να εκπληρώσουν, πολλά και διαφορετικά καθήκοντα. Έτσι, δυσκολεύεται η επικέντρωση στο κύριο, η επιτελικότητα της δουλειάς, η πιο ουσιαστική βοήθεια στην ανάπτυξη των στελεχών, µε προσωπική επαρκή βοήθεια και συνεργασία. Ο όγκος των καθηκόντων δηµιουργεί ορισµένες φορές ένα είδος κόπωσης και απόσπασης από τη ζωντανή δουλειά στις µάζες, που εµποδίζει την ανάπτυξη και ωρίµανση των στελεχών. Κυρίως δυσκολεύει στο να αναπτύσσονται πολύπλευρα τα στελέχη, ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες χρεώσεις.

Για τα µέλη των Οργάνων, από τη Γραµµατεία της ΚΕ έως τις Τοµεακές Επιτροπές, µε ευθύνη των Γραµµατέων, να εξασφαλίζεται συνολική αντίληψη για όλες τις Οργανώσεις, πέραν δηλαδή εκείνων που είναι στην άµεση ευθύνη του καθένα, πράγµα που σηµαίνει περιοδικότητα στην παρακολούθηση των συνεδριάσεων των Τοµεακών Επιτροπών µιας Οργάνωσης Περιοχής ή των ΓΣ των ΚΟΒ µιας Τοµεακής Οργάνωσης. Αυτό αφορά και όλα τα µέλη της ΚΕ καθώς και µέλη βασικών Τµηµάτων τουλάχιστον της ΚΕ.

 

 

 

ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΕΝΙΣΧΥΘΕΙ ΤΟ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ

 

  1. Αποφασιστικός παράγοντας για την προώθηση της στρατηγικής µας µέσα από την καθηµερινή δράση είναι να ενισχυθεί το ιδεολογικό στοιχείο στην εσωκοµµατική και ΚΝίτικη λειτουργία, στη λειτουργία των καθοδηγητικών οργάνων, έτσι ώστε να αναπτύσσεται σωστά η ιδεολογική διαπάλη στο µαζικό κίνηµα και βεβαίως στην αυτοτελή δράση του Κόµµατος. Από το ΠΓ και τη Γραµµατεία της ΚΕ να υπάρξει άµεση και σε βάθος βοήθεια προς την κατεύθυνση αυτή. Μόνον έτσι θα µπορέσουν να βοηθήσουν αποτελεσµατικά και ουσιαστικά τον κρίσιµο καθοδηγητικό κρίκο για τη βοήθεια στις ΚΟΒ που είναι οι Τοµεακές Επιτροπές, όπου ακόµα βασικά δυσκολευόµαστε, ζήτηµα που είχε θέσει µε επιτακτικό τρόπο το 20ό Συνέδριο.

Έχουν γίνει ορατά βήµατα στη συζήτηση στην ΚΕ των εξελίξεων και των προσαρµογών στις επεξεργασίες µας στα µέτωπα πάλης, σε µια περίοδο όπου συντελούνται σοβαρές αλλαγές. Έτσι ανεβαίνει η συλλογικότητα και εξασφαλίζει ώστε όλα τα µέλη της ΚΕ να κατακτούν ένα αναγκαίο επίπεδο µαρξιστικής αντίληψης για τα βασικά ζητήµατα της οικονοµίας, τα προβλήµατα της εργατικής τάξης, των αυτοαπασχολουµένων της πόλης και του χωριού, να κατακτιέται η πιο βαθιά γνώση µέσα από τη συζήτηση των αστικών και οπορτουνιστικών ιδεολογηµάτων, ώστε να επικαιροποιείται και να βαθαίνει το επίπεδο της καθοδήγησης.

Ωστόσο, παραµένει αδύναµη η συλλογική και σε βάθος κριτική εξέταση της πείρας της ταξικής πάλης, της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης, της συσπείρωσης δυνάµεων από τα κάτω µε βάση τη στρατηγική και τις βασικές επιλογές του Κόµµατος, της πολιτικής µας για κοινωνική συµµαχία σε συνδυασµό µε την ανάπτυξη της κοµµατικής οικοδόµησης.

Παρά το γεγονός ότι έχουν γίνει βήµατα στη συζήτηση γύρω από τα παραπάνω σε επιµέρους κινήµατα, όπως αυτά των αυτοαπασχολουµένων στις πόλεις, των αγροτών βιοπαλαιστών, των γυναικών των λαϊκών οικογενειών κ.λπ., καθυστερεί η γενίκευση της πείρας της ταξικής πάλης, των αγώνων κατά κλάδο και τοµέα οικονοµίας. Δεν έχουν περάσει σε βάθος όλα τα συνδυασµένα κριτήρια για τη δουλειά µας στο εργατικό κίνηµα που είχαµε θέσει µε Αποφάσεις Συνεδρίων και των Πανελλαδικών Συνδιασκέψεων για τη δουλειά στην εργατική τάξη και το κίνηµά της. Οπωσδήποτε σε αυτό έχει συντελέσει και το γεγονός ότι δεν καταφέραµε να πραγµατοποιήσουµε την Απόφαση του 20ού Συνεδρίου για νέα Πανελλαδική Συνδιάσκεψη για την ανασύνταξη του εργατικού – συνδικαλιστικού κινήµατος, τη δουλειά στην εργατική τάξη και την κοινωνική συµµαχία.

 

  1. Η σε βάθος προετοιµασία και η οργάνωση της συζήτησης, της πείρας της ταξικής πάλης σε συνδυασµό µε το πώς καθοδηγούµε, πώς προσανατολίζουµε, ποια µέτρα παίρνουµε συγκεκριµένα, από την ίδια την ΚΕ, τα άλλα καθοδηγητικά όργανα και τις κεντρικές Κοµµατικές Οµάδες, θα συµβάλουν στη µεγαλύτερη συµµετοχή στον προβληµατισµό και τη συζήτηση όλων των µελών της ΚΕ καθώς και των άλλων καθοδηγητικών στελεχών σε όλα τα Όργανα.

Βασικό εµπόδιο στην ολόπλευρη ανάπτυξη της καθοδηγητικής ικανότητας είναι η µονοµέρεια πολλών καθοδηγητικών στελεχών, η οποία σε σηµαντικό βαθµό οφείλεται στην αποκλειστική ενασχόληση µε βάση τον συγκεκριµένο καταµερισµό της χρέωσης δουλειάς, µε αποτέλεσµα να µη γνωρίζουν τη συλλογική δουλειά του Οργάνου όπου ανήκουν, αλλά και άλλες πλευρές της καθηµερινής πολύπλοκης εξέλιξης της ταξικής πάλης, ακόµα και της τρέχουσας πολιτικής αντιπαράθεσης. Είναι φαινόµενο που συναντάται σε όλους τους τοµείς δουλειάς, αλλά ιδιαίτερη βοήθεια χρειάζονται στελέχη µας χρεωµένα στο κίνηµα.

Παραµένει σηµαντική αδυναµία µέλη της ΚΕ εώς Γραµµατείς Περιοχής, καθοδηγητές σηµαντικών Οργανώσεων, να τοποθετούνται, γενικεύοντας συµπεράσµατα ιδεολογικοπολιτικής πάλης, είτε γενικά είτε σε µέτωπα πάλης, συµπεράσµατα από τη βελτίωση του συσχετισµού δυνάµεων σε εργατικές οργανώσεις, ενώσεις αυτοαπασχολουµένων, αγροτικούς συλλόγους, σε µαθητές και φοιτητές, στη συσπείρωση γυναικών στους συλλόγους και οµάδες της ΟΓΕ. Επίσης, να γενικεύουν συµπεράσµατα από την παρέµβασή µας και τη διαπάλη σε αστικούς θεσµούς, Τοπικής και Περιφερειακής Διοίκησης, στη Βουλή, στα ΑΕΙ ή άλλες βαθµίδες σχολικής εκπαίδευσης κ.λπ., αλλά και τη διαπάλη για την κοινωνική θέση της γυναίκας, τις θεωρίες περί «κοινωνικού φύλου» και άλλα µέτωπα πάλης, όπως τα ναρκωτικά, η προστασία του περιβάλλοντος κ.λπ.

Θα πρέπει να ξεπεραστεί ο δισταγµός για οµιλία στα Όργανα, λόγω αµφιβολίας για τη συµβολή στην επεξεργασία εµπλουτισµού ή και βελτίωσης, ή όπου εκτιµάται διόρθωσης των θεµάτων που τίθενται από τις εισηγήσεις του ΠΓ ή άλλων Οργάνων. Να αναπτυχθεί πρώτα απ’ όλα από τα µέλη της ΚΕ η ικανότητα γενίκευσης της πείρας από τη δράση, όσο το δυνατό πιο αντικειµενικά, χωρίς ωραιοποιήσεις ή µηδενιστική στάση. Πρόκειται για ικανότητα που προϋποθέτει κριτική και αυτοκριτική τόλµη, συλλογικότητα, άµεση επαφή όλων µε κινηµατικές διαδικασίες και µε διαφορετικά αντιπροσωπευτικά τµήµατα, όσο το δυνατό, εργατικών – λαϊκών δυνάµεων.

Είναι ζητήµατα που µας αφορούν όλους και όλες. Η κρισιµότητά τους δεν φαίνεται βέβαια σε σχετικά οµαλές συνθήκες, όπως οι σηµερινές, αλλά σε κρίσιµες κοµµατικές στιγµές. Ιστορικά τέτοια παραδείγµατα υπάρχουν αρκετά.

Έκφραση των δυσκολιών της ΚΕ να µελετά ζητήµατα καθοδήγησης και γενίκευσης της πείρας είναι ότι τα µέλη της, ιδιαίτερα όσα είναι χρεωµένα στη δουλειά των Οργανώσεων, δυσκολεύονται να συµβάλουν µε αρθογραφία που θα εφοδίαζε µε πείρα άλλα στελέχη της καθοδήγησης των Οργανώσεων και του εργατικού συνδικαλιστικού, ευρύτερα µαζικού κινήµατος. Χρειάζεται να συνειδητοποιηθεί ότι η µελέτη και γενίκευση της πείρας µέσω αρθρογραφίας, ειδικά σε ζητήµατα καθοδήγησης, είναι βασική πλευρά για την ανάπτυξη και ολοκλήρωση των στελεχών. Υπάρχει ανάγκη πιο σφαιρικής γνώσης όλης της κοµµατικής δράσης από τα µέλη της ΚΕ κι όχι µόνο µε βάση τη χρέωσή τους.

 

  1. Η εκπαίδευση στην ανάδειξη ιδεολογικών και στρατηγικών πλευρών κάθε πολιτικού και µαζικού καθήκοντος απαιτεί τον ανάλογο χρόνο και προετοιµασία συζήτησης σε κάθε καθοδηγητικό όργανο. Απαιτεί συλλογικότητα στην προετοιµασία τέτοιας συζήτησης και όχι να αφήνεται λίγο ως πολύ –όπως συµβαίνει– σε κάποιους «ειδικούς» ή µε βάση µόνο τις χρεώσεις του καθενός και της καθεµιάς. Απαιτεί µεγάλη προσπάθεια το στέλεχος να ανατρέχει στη θεωρία, στην ιστορική πείρα, στη µελέτη θεωρητικών θέσεων και ιδεών του ταξικού αντιπάλου και όχι απλά και µόνο στα στοιχεία της διαπάλης όπως άµεσα εκδηλώνονται σε διάφορους µαζικούς φορείς των κινηµάτων. Βέβαια, απαιτεί και κατάλληλες χρεώσεις µέσα σε κάθε Όργανο για τη συστηµατική τέτοια παρακολούθηση, εµβάθυνση κι επεξεργασία των θέσεών µας και όχι µόνο ή κυρίως των αιτηµάτων πάλης ή κάποιου προγράµµατος παρεµβάσεων, όσο κι αν είναι απαραίτητα και αυτά να γίνονται.

Απαιτεί σταδιακά να κατακτώνται η ικανότητα και η µεθοδολογία για τη βοήθεια όλων των καθοδηγητικών οργάνων να συζητούν ουσιαστικά κάθε δράση στο κίνηµα, στα µέτωπα πάλης, να φωτίζουν ιδεολογικοπολιτικά τα κύρια ζητήµατα, τις αντιθέσεις και συγκρούσεις συµφερόντων, τη ρίζα των προβληµάτων, τις θέσεις των άλλων πολιτικών δυνάµεων, να δείχνουν τη λύση τους. Να βρίσκονται εποµένως, σε σύγκρουση και ρήξη µε τις αστικές και οπορτουνιστικές απόψεις, δεµένα όλα αυτά µε τη σοσιαλιστική – κοµµουνιστική αναγκαιότητα.

Το ΠΓ πιο συχνά και για περισσότερα θέµατα ιδεολογικά, κινηµάτων, ζητήµατα λειτουργίας, έπρεπε να προγραµµατίζει συζήτηση στην ΚΕ, έστω κι αν αυτό επιβάρυνε τις συνεδριάσεις της. Στην ίδια την ΚΕ θα πρέπει να ενισχυθεί το στοιχείο της προσωπικής ευθύνης όλων των µελών της για την επεξεργασία των Αποφάσεων, για τον έλεγχο και την προώθησή τους, για όλα τα ζητήµατα του Κόµµατος.

 

 

 

ΝΑ ΔΟΘΕΙ ΩΘΗΣΗ ΣΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΟΜΕΑΚΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ

 

  1. Έχουµε περιθώρια για αισθητή ενδυνάµωση της ιδεολογικής, πολιτικής και οργανωτικής δουλειάς του Κόµµατος, δίνοντας παραπέρα ώθηση σε στοιχεία βελτίωσης του επιπέδου της καθοδηγητικής δράσης και λειτουργίας των Επιτροπών Περιοχής, ενισχύοντας κυρίως την καθοδήγηση των Γραφείων Περιοχής και των Τοµεακών Επιτροπών. Τα καθοδηγητικά όργανα, παλεύοντας γρήγορα να αντιµετωπίσουν σύνθετα ζητήµατα σε εξελισσόµενες οικονοµικές, πολιτικές, κοινωνικές εξελίξεις, δοκιµάστηκαν σε µάχες που είχαν µεγάλες ιδεολογικές και πολιτικές απαιτήσεις στη διεξαγωγή τους, στην οργάνωση και υλοποίηση της πολιτικής δράσης. Είναι πιο δουλεµένη η πείρα από την προσπάθεια συσπείρωσης δυνάµεων γύρω από το Κόµµα.

Στη βελτίωση της καθοδηγητικής µας δουλειάς συνέβαλαν: Η συζήτηση Αποφάσεων της ΚΕ, άλλων σηµαντικών επεξεργασιών. Η ολοκλήρωση των εορτασµών των 100 χρόνων. Η πιο τακτική θεµατική συζήτηση για τα µέτωπα της πάλης. Η επεξεργασία της πείρας από µια σειρά µάχες, πανελλαδικές ή τοπικές, από παρεµβάσεις σε χώρους δουλειάς, από αρχαιρεσίες, επεξεργασία που βοηθάει, ιδιαίτερα όταν συστηµατοποιείται µε σταθµούς ελέγχου σε επίπεδο τριµήνου και εξαµήνου. Η συζήτηση σε θέµατα που αφορούν το ιδεολογικό και πολιτικό µέτωπο της παρέµβασής µας στην εργατική τάξη ενισχύθηκε, µε διαφοροποιήσεις από Οργάνωση σε Οργάνωση, αν και το βασικό πρόβληµα είναι ότι το επίπεδο και το βάθος του προβληµατισµού για την πορεία της ταξικής πάλης δεν ανταποκρίνονται πάντα σε αυτό που αντιµετωπίζουµε. Υπάρχουν περιθώρια σηµαντικής βελτίωσης στο πώς δουλεύουµε εύστοχα και συστηµατικά µε τις θέσεις µας, το πόσο πετυχηµένα διεξάγουµε την ιδεολογική και πολιτική διαπάλη, πώς επεξεργαζόµαστε την επιχειρηµατολογία, το πλαίσιο, τους στόχους και τις µορφές πάλης. Αναδεικνύεται η ανάγκη πιο σταθερής και συλλογικής επεξεργασίας, ανταλλαγής πείρας στα κύρια ζητήµατα που αφορούν τη δράση µας στο κίνηµα και την οικοδόµηση του Κόµµατος, ώστε η ιδεολογικοπολιτική παρέµβαση να αποτελεί βασική πλευρά της καθηµερινής δράσης. Υπάρχουν ακόµα µεγάλα περιθώρια ώστε να ενισχυθούν η ευθύνη και η πρωτοβουλία κάθε Κοµµατικής Οργάνωσης στο σχεδιασµό δράσης για την άνοδο της ταξικής πολιτικής συνείδησης, της πάλης.

 

  1. Στις Επιτροπές Περιοχής γίνεται προσπάθεια να παρακολουθηθούν αστικοί σχεδιασµοί, παρεµβάσεις του αστικού κράτους και πιο ειδικά ζητήµατα εξελίξεων σε συγκεκριµένους τοµείς της οικονοµίας, κλάδους, ανά εργασιακό χώρο και περιοχή. Αυτή η δουλειά βοηθάει στην πιο συγκεκριµένη και αποδεικτική αντιπαράθεση και προβολή, εκλαΐκευση του Προγράµµατός µας, στην εξειδίκευση της ιδεολογικής – πολιτικής διαπάλης και στην επεξεργασία πλαισίων πάλης για τους φορείς του κινήµατος. Να επιµείνουµε στην πιο ολοκληρωµένη γνώση της ταξικής διάρθρωσης κατά περιοχή και πανελλαδικά, των εξελίξεων σε οµίλους, κλάδους, µεγάλες επιχειρήσεις, ώστε η κοµµατική παρέµβαση σε όλα τα επίπεδα να γίνεται από τα καθοδηγητικά όργανα και τις βασικές Κοµµατικές Οµάδες συστηµατικά σχεδιασµένη, όχι αποσπασµατικά. Υπάρχουν θετικά αποτελέσµατα όπου έχουν γίνει σχεδιασµένες παρεµβάσεις µπροστά σε σοβαρά ζητήµατα, που αφορούν την ποιότητα ζωής της εργατικής τάξης και των σύµµαχων δυνάµεων, για τη διαµόρφωση θέσεων, διεκδικητικού πλαισίου και στόχων πάλης.

Συνολικά τα βήµατα αυτά δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις που υπάρχουν για ολοκληρωµένη συζήτηση από θεωρητική – ιδεολογική πλευρά των θέσεών µας για όλα τα µέτωπα πάλης, για τις επιπτώσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε όλες τις πλευρές της ζωής της εργατικής τάξης, κατά κατηγορία, φύλο, ηλικία κ.λπ. και από τη σκοπιά της συµµαχίας. Οι προσπάθειες που έχουν γίνει δεν συνιστούν µια συνολική στροφή των καθοδηγητικών οργάνων, ιδιαίτερα στις Τοµεακές Επιτροπές. Ακόµα κι ένας πιο βελτιωµένος προσανατολισµός σε Τοµεακές Επιτροπές παραµένει αποσπασµατικός και δεν φτάνει στις ΚΟΒ, ώστε να συµβάλει στην καλύτερη αφοµοίωση των αποφάσεων, των κατευθύνσεων, των ίδιων των θέσεών µας.

Το πρόβληµα δεν είναι στενά οργανωτικό, αλλά πρόβληµα πιο εύστοχου, σταθερού σχεδιασµού και καλής προετοιµασίας των συνεδριάσεων, έγκαιρης πρόβλεψης και µελέτης παραγόντων που σχετίζονται µε την πορεία της ταξικής πάλης, ουσιαστικής λειτουργίας των καθοδηγητικών οργάνων, δουλεύοντας τις κεντρικές κατευθύνσεις στον χώρο ευθύνης τους. Είναι λίγες οι Τοµεακές Επιτροπές που επεξεργάζονται στον προγραµµατισµό τους θεµατολογία για τις ΚΟΒ για θέσεις του Κόµµατος, για θεωρητικά ή ιστορικά ζητήµατα, για τα µέτωπα πάλης, για τη νεολαία του χώρου τους ή για συµπεράσµατα από παρεµβάσεις και µάχες που δόθηκαν. Οι περισσότερες ΚΟΒ δεν εκτιµούν τη δουλειά τους µε µια συνέχεια από συνεδρίαση σε συνεδρίαση, ενώ οι θεµατικές συζητήσεις κατά βάση εντάσσονται στα κεντρικά προγραµµατισµένα ιδεολογικά µαθήµατα.

Θετική πείρα υπάρχει εκεί όπου ο ίδιος ο Γραµµατέας του Οργάνου επιµένει για να λειτουργεί ουσιαστικά κι όχι τυπικά ο καταµερισµός του Οργάνου, να ενισχύονται η συλλογικότητα, ο σχεδιασµός και η δουλειά κάθε συντρόφου στον τοµέα ευθύνης του. Ξεχωρίζει η ανάγκη οι Γραµµατείς να έχουν σταθερό ενδιαφέρον για να συζητιούνται οι τοµείς δουλειάς, όλα τα κινήµατα, οι συσπειρώσεις, τα µέτωπα πάλης, όχι ως καθήκον οργάνωσης µιας εκδήλωσης αλλά ως προσπάθεια παρέµβασης σε µη κοµµατικές δυνάµεις, επεξεργασίας πλαισίου πάλης, ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης στο κίνηµα, τακτικής σε µαζικές οργανώσεις, ιδιαίτερα όπου υπάρχει αρνητικός συσχετισµός, σε συνδυασµό µε την αυτοτελή ιδεολογικοπολιτική κοµµατική παρέµβαση.

Τα θέµατα να προετοιµάζονται όσο το δυνατό πιο συλλογικά, από µια σύσκεψη στελεχών ή τις βοηθητικές επιτροπές. Αποτελεί ζήτηµα προσανατολισµού η εκπαίδευση, η προετοιµασία, η αξιοποίηση και συντρόφων µε µικρότερη πείρα και πιο αδύνατη ιδεολογική συγκρότηση, ώστε να δηµιουργούνται προϋποθέσεις να αντιµετωπίζεται η πολυχρέωση.

Στην πράξη δεν έχει αντιµετωπιστεί η καθοδήγηση βασικών τοµέων δουλειάς µε βοηθητικές οµάδες και επιτροπές, σε όλες τις Επιτροπές Περιοχής και στις Τοµεακές Επιτροπές. Εκεί που τα έχουµε καταφέρει, έχουν ανοίξει δρόµοι στον εµπλουτισµό της καθοδηγητικής δουλειάς, αλλά υπάρχει µεγάλη ανοµοιοµορφία από Οργάνωση σε Οργάνωση. Να επιµείνουµε να συγκροτηθούν σε όλα τα καθοδηγητικά όργανα για όλους τους τοµείς µε επικεφαλής κατάλληλο στέλεχος, µέλος του αντίστοιχου Οργάνου. Αφού οριστούν, το πιο σηµαντικό είναι να καθοδηγηθούν µε σχέδιο και συνέχεια από το µέλος του Οργάνου που έχει την ευθύνη. Χρειάζεται συγκεκριµενοποίηση του ρόλου τους, καταµερισµός, σχεδιασµός µελέτης θεµάτων κι εξασφάλισης προϋποθέσεων για να έχουµε αποτελέσµατα, συλλογική βελτίωση, έλεγχος και βοήθεια από το ίδιο το καθοδηγητικό όργανο που έχει την ευθύνη της ενίσχυσης, ενθάρρυνσης, ανάπτυξης πνεύµατος πρωτοβουλίας.

 

  1. Στη λειτουργία των Κοµµατικών Οργανώσεων δεν µπορούν όλα να λύνονται από συνεδρίαση σε συνεδρίαση. Στις ειδικές συνθήκες της πανδηµίας, εκτός από τις δυσκολίες στη λειτουργία και τις συλλογικές διαδικασίες των Οργανώσεων, εκτός από τις περιορισµένες αντικειµενικά µαζικές εκδηλώσεις και δράσεις του Κόµµατος και του κινήµατος, εµφανίστηκαν ορισµένα ποιοτικά στοιχεία της καθοδηγητικής δουλειάς στην οργάνωση που πρέπει να σταθεροποιηθούν και σε άλλες συνθήκες µη απαγορεύσεων, που η ίδια η πείρα λέει ότι υποτιµώνται, όπως: Οι συνεργασίες σε όλη την κλίµακα και ιδιαίτερα µε τα µέλη της ΚΟΒ, η λειτουργία των ΚΟΒ και των Τµηµάτων στις ΚΟΒ. Η ενηµέρωση για θέσεις και δράση από τον Ριζοσπάστη. Η αρθρογραφία από στελέχη. Η πρωτοβουλία στην επικοινωνία µε περίγυρο και η αξιοποίηση όλων των µέσων επικοινωνίας για προπαγάνδα. Ο σχεδιασµός και η αναβάθµιση της αυτοµόρφωσης, η ένταση της ιδεολογικοπολιτικής συζήτησης. Η στήριξη στον σχεδιασµό δράσης των Γραφείων των ΚΟΒ, για να µην «ξεπετάνε» καθήκοντα, να αναλαµβάνουν ευθύνη για οργάνωση εκδηλώσεων, οµιλιών, παρεµβάσεων. Ο συντονισµός κλαδικών – εδαφικών δυνάµεων για κινηµατικές και κοµµατικές παρεµβάσεις.

Να συγκεντρώνουµε την προσοχή µας στο να φτάνει το σύνολο των επεξεργασιών του Κόµµατος µέσα από ουσιαστικές διαδικασίες τόσο στα καθοδηγητικά επιτελεία όσο και στις ΚΟΒ, ενισχύοντας το ιδεολογικό στοιχείο, αξιοποιώντας και την πείρα κάθε Οργάνωσης. Στόχος µας είναι να δούµε πιο συστηµατική βελτίωση και να µην είναι κατά περίπτωση τα θετικά παραδείγµατα. Δεν είναι εύκολο καθήκον και δεν γίνεται να τα καταφέρουµε αν δεν εµπλουτίσουµε την εσωκοµµατική λειτουργία, αξιοποιώντας µορφές και τρόπους που δεν εξαντλούνται στη συνεδρίαση, η οποία πρέπει να αναβαθµιστεί σε όλες τις Κοµµατικές Οργανώσεις.

Η καθοδηγητική δουλειά µπορεί να στηριχτεί πιο οργανωµένα και συντονισµένα, µε τακτικά ακτίφ υπεύθυνων τοµέων δουλειάς, Γραµµατέων ΚΟΒ ή µελών Γραφείων ΚΟΒ, επικεφαλής Κοµµατικών Οµάδων, άλλων στελεχών, που µπορούν να γενικεύουν την πείρα, να ενοποιούν κατευθύνσεις, να στηρίζουν τη χρέωση στελεχών µέσα από την ανταλλαγή πείρας και την αξιοποίηση παραδειγµάτων και συµπερασµάτων, αξιοποιώντας τα ντοκουµέντα και τις αποφάσεις του Κόµµατος, αρθρογραφία του Ριζοσπάστη, της ΚΟΜΕΠ, τη θεωρία µας.

 

  1. Χρειάζεται συνεχής επαγρύπνηση για την τήρηση των αρχών λειτουργίας και δράσης του Κόµµατος και της ΚΝΕ. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται για να µη συγχέονται οι συντροφικές σχέσεις που αναπτύσσονται στην κοµµατική ζωή, µέσα στον σκληρό αγώνα που δίνουµε, µε το πνεύµα φιλικότητας που οδηγεί σε υποβάθµιση της κριτικής, στον υποκειµενισµό, στη δηµιουργία προσωπικού κύκλου επιρροής. Η ιδεολογικοπολιτική ενότητα στο Κόµµα είναι κατακτηµένη σήµερα περισσότερο από κάθε προηγούµενη περίοδο, όµως δεν πρέπει να εφησυχάζουµε.

Να µην ξεχνάµε ότι αυτό εκτιµούσαµε και άλλες φορές και σε διάφορες φάσεις, όµως αυτό που επιβεβαιώθηκε είναι η εκτίµηση ότι δεν πρέπει να υπάρχει κανένας εφησυχασµός. Η αντιµετώπιση όποιων αρνητικών φαινοµένων πρέπει να είναι σταθερή, συγκεκριµένη, µε βάση το Καταστατικό µας και φροντίζοντας πάντα να τηρούνται όλες οι συλλογικές κοµµατικές διαδικασίες, γεγονός που είναι οπωσδήποτε πολύ σηµαντικό για την ίδια την καλή και σωστή λειτουργία των Οργάνων και των ΚΟΒ.

 

 

 

 

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΤΜΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

 

  1. Η αναγκαιότητα βοηθητικών επιτελείων είναι εντοπισµένη, αποδεκτή και καταγεγραµµένη σε συνεδριακές και άλλες Αποφάσεις της ΚΕ, όµως τα µέτρα υλοποίησης είναι αποσπασµατικά, η πρόοδος που παρατηρείται είναι ασταθής, τα αποτελέσµατα είναι ακόµα περιορισµένα. Κυρίως οφείλεται στην αδύνατη και αποσπασµατική βοήθεια που δίνεται από τα παραπάνω καθοδηγητικά όργανα προς τις βοηθητικές επιτροπές των παρακάτω Οργάνων. Για να ανταποκριθεί η βοηθητική επιτροπή χρειάζεται τη συνεχή και ουσιαστική βοήθεια της καθοδήγησης.

Χρειάζεται πιο προσεγµένη στελέχωση των Τµηµάτων της ΚΕ, ώστε η διάθεση και η ικανότητα για τη µελετητική εργασία να συνδυάζονται µε το κοµµουνιστικό ατσάλωµα, στοιχεία του οποίου είναι και η πρωτοπόρα στάση στα γενικότερα και τα πρακτικά καθήκοντα των ΚΟΒ και ΟΒ, το συντροφικό ενδιαφέρον για όλα τα προβλήµατα που απασχολούν κάθε σύντροφο και συντρόφισσα κ.ά.

Οπωσδήποτε όλα τα παραπάνω, σε πιο αυξηµένο βαθµό µάλιστα, αφορούν και τη σχέση Κόµµατος – ΚΝΕ, τη σχέση µεταξύ Τµηµάτων της ΚΕ µε τα Τοµεακά Συµβούλια και τις ΟΒ Σπουδάζουσας, τόσο σε σχέση µε το περιεχόµενο σπουδών όσο και στη διαπάλη µε την αστική ιδεολογία που διαχέεται µέσω του επιστηµονικού αντικειµένου. Αντίστοιχα και όσον αφορά τη µέση εκπαίδευση.

Επίσης, να αυξηθεί το ενδιαφέρον των αντίστοιχων Τµηµάτων για το περιεχόµενο της εκπαίδευσης στο Δηµοτικό, για ζητήµατα αγωγής αλλά και υποδοµών στην εκπαίδευση, συνθήκες εκπαίδευσης, υγείας, υγιεινής διατροφής, δηµιουργικής οργάνωσης και αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου των παιδιών κ.ά. Συνολικά, να αυξηθεί η ευθύνη για τα προβλήµατα των µαθητικών ΟΒ και να οργανωθεί συγκεκριµένα η αντίστοιχη βοήθεια προς αυτές.

 

  1. Η καλή συνολικά στελέχωση των Τµηµάτων της ΚΕ διαµορφώνει προϋποθέσεις και για την πιο ουσιαστική βοήθεια προς τις Οργανώσεις Περιοχής και στο ΚΣ της ΚΝΕ.

Σε αυτήν την κατεύθυνση πρέπει να γίνουν πιο αποφασιστικά βήµατα. Ειδικότερα, όσον αφορά τα Τµήµατα της ΚΕ, χρειάζεται συνολικά καλύτερη στελέχωσή τους. Στο κάθε Τµήµα είναι κρίσιµο ζήτηµα πλέον, ανάλογα µε το αντικείµενό του, η στελέχωση να συνδυάζει τη µελετητική ικανότητα µε την πείρα από το κίνηµα, δεδοµένου ότι πολλά Τµήµατα έχουν στην ευθύνη τους την καθοδήγηση κεντρικών Κοµµατικών Οµάδων µαζικών οργανώσεων. Ανάλογη στελέχωση και ανανέωση χρειάζονται οι κεντρικές Κοµµατικές Οµάδες, κυρίως του εργατικού – συνδικαλιστικού κινήµατος που έχουν αυξηµένη πανελλαδική ευθύνη.

Αυτήν την τετραετία έχει συσσωρευτεί αρκετή πείρα θετική από Τµήµατα που συνδύασαν έτσι τη δουλειά. Έτσι µόνο µπορεί να βελτιωθεί η ικανότητα ανταπόκρισης πετυχηµένα στην τρέχουσα ιδεολογικοπολιτική διαπάλη στο κίνηµα, η επεξεργασία αιτηµάτων πάλης.

Έχουµε εντοπίσει την ανάγκη καλύτερης και ουσιαστικότερης διατµηµατικής συνεργασίας. Από το προηγούµενο Συνέδριο, έγιναν κάποια βήµατα, χωρίς να µπορούµε να εκτιµήσουµε ότι αυτή σταθεροποιήθηκε και κατακτήθηκε. Με ευθύνη των µελών του ΠΓ βελτιώθηκε η µεταξύ τους συνεργασία καθώς και µεταξύ των υπεύθυνων των Τµηµάτων, βελτιώθηκε η συνεργασία για παρατηρήσεις σε επεξεργασίες, σε εκδόσεις για ζητήµατα συντονισµού των κινηµάτων. Όµως ακόµα δεν έχει εκφραστεί σε κοινούς προγραµµατισµούς – σχεδιασµούς που απαιτούν και καλά οργανωµένες συνεδριάσεις Τµηµάτων, κυρίως αυτών που εκπροσωπούνται σε διατµηµατικές. Ακόµα µεγαλύτερη συνεργασία Τµηµάτων απαιτείται για την προετοιµασία και παρέµβαση για να πραγµατοποιηθούν κοινές συνεδριάσεις ΔΣ φορέων στους οποίους παλεύουµε για κοινή δράση, για να γίνουν βήµατα κοινωνικής συµµαχίας. Επίσης, χρειάζεται πιο σταθερή διατµηµατική συνεργασία για ζητήµατα που σχετίζονται µε την αναπαραγωγή της εργατικής δύναµης και την ποιότητα ζωής της εργατικής τάξης και των λαϊκών δυνάµεων.

Η βελτίωση αυτή µπορεί να έχει την αντανάκλασή της στη σχέση των Τµηµάτων µε τις Επιτροπές Περιοχής, αλλά και στην αύξηση του καθοδηγητικού ενδιαφέροντος και της µεγαλύτερης ενασχόλησης από τους ίδιους τους Γραµµατείς Περιοχής µε το αντικείµενο των Τµηµάτων και τη συνεργασία µαζί τους. Ήδη σε όλα αυτά υπάρχει και θετική και αρνητική πείρα από Τµήµατα.

Η ενίσχυση της µελετητικής δουλειάς απαιτείται επειγόντως για Τµήµατα όπως της Εργατικής Συνδικαλιστικής Δουλειάς, της Υγείας – Πρόνοιας, κ.λπ. Θα πρέπει να αντιµετωπιστεί η έλλειψη αντίστοιχων υπεύθυνων ή τµηµάτων και οµάδων δουλειάς, όπως για θέµατα Ιστορίας σε περιοχές και σε µεγάλες πόλεις µε αντίστοιχα πανεπιστηµιακά ιδρύµατα.

 

  1. Από τώρα πρέπει να ξεκινήσει από τα πάνω, από το ΠΓ και τη Γραµµατεία, ο σχεδιασµός στελέχωσης Τµηµάτων ΚΕ, κεντρικών Κοµµατικών Οµάδων µαζικών Οργανώσεων και Οργάνων µέχρι και τα Τοµεακά Γραφεία, ώστε να υπάρξει η καλύτερη δυνατή διάταξη, υπολογίζοντας συνδυασµένα την ανάγκη εξειδίκευσης αλλά και πολυµέρειας, το ιδεολογικό υπόβαθρο αλλά και την ανάγκη απόκτησης οργανωτικής πείρας και πείρας από το κίνηµα, το κοµµουνιστικό ατσάλωµα αλλά και τις διαφορετικές αντικειµενικές συνθήκες µέσα στις οποίες διαµορφώνεται το πολύπλευρο και µακρόχρονο της κοµµουνιστικής διαπαιδαγώγησης, τη διάθεση προσφοράς αλλά και τη βοήθεια σε συντρόφους και συντρόφισσες που έχουν αντικειµενικά προβλήµατα χρόνου, κυρίως προς τις µητέρες.

Η ανάδειξη των στελεχών µπορεί να ξεκινά από τα κάτω, όµως ο σχεδιασµός στην ανάπτυξη των στελεχών καθώς και στη διάταξή τους γίνεται κυρίως από τα πάνω.

 

 

 

ΝΑ ΔΟΘΕΙ ΠΙΟ ΑΜΕΣΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΣΤΙΣ

ΚΟΜΜΑΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΒΑΣΗΣ (ΚΟΒ)

 

  1. Είναι στην ευθύνη της ΚΕ να προσανατολίσει και να βοηθήσει τις Επιτροπές Περιοχής και τα Τοµεακά όργανα, να προετοιµάζουν τις Συνελεύσεις των ΚΟΒ ώστε αυτές να είναι ζωντανές, δηµιουργικές και πρακτικές στην εξέταση της δουλειάς και στις αποφάσεις. Μόνον έτσι καλλιεργείται και η ανάγκη να αγοράζεται ο Ριζοσπάστης, η ΚΟΜΕΠ, το πολιτικό – ιστορικό – λογοτεχνικό βιβλίο, ο συνδυασµός της θεωρητικής και πρακτικής δράσης, η συνεχής άνοδος του καθοδηγητικού ρόλου στο χώρο της ΚΟΒ. Πιο αποφασιστικά να αντιµετωπίσουµε µια διακύµανση της ΚΟΒ, από τη θεωρητική συζήτηση σε γενικά ζητήµατα ή το ιδεολογικό µάθηµα στη ρουτινιάρικη συνέλευση µε ένα ηµερολόγιο εκδηλώσεων και σκέτης καθηκοντολογίας που συνήθως διαµορφώνεται από τα παραπάνω όργανα.

Ένα µεγάλο µέρος των ΚΟΒ έχει πολύ λειψή εικόνα για το τι ζητήµατα προωθεί, λύνει, σχεδιάζει και αντιµετωπίζει ο Τοµέας όπου ανήκουν. Επίσης, υπάρχει πολύ περιορισµένη αντίληψη του εδαφικού τοµέα για ζητήµατα της δράσης των κλαδικών τοµέων, παρόλο που έχουν ανάλογους εργασιακούς χώρους στα όριά τους. Το ίδιο, αντίστροφα, αφορά και τις κλαδικές Οργανώσεις που αγνοούν την πείρα και τα συµπεράσµατα από την πάλη σε µέτωπα όπως της Υγείας, της Παιδείας, του περιβάλλοντος κ.ά.

Η ΚΕ δεν είναι όσο πρέπει απαιτητική, από τον ίδιο τον εαυτό της πρώτα απ’ όλα, για το πώς δουλεύουν οι ΚΟΒ, όχι γιατί τις καθοδηγεί άµεσα, αλλά ως πρόβληµα σωστής, δηµιουργικής και αποτελεσµατικής καθοδήγησης των παρακάτω οργάνων. Το ίδιο ισχύει και για το ΚΣ της ΚΝΕ σε σχέση µε τις ΟΒ της ΚΝΕ.

Στις περισσότερες ΚΟΒ και ΟΒ δεν συζητιούνται η πείρα, τα προβλήµατα από τα µέτωπα πάλης στο χώρο ευθύνης τους. Συζητιούνται καθήκοντα, λίγο ή και καθόλου συνδυασµένα µε την αναγκαία γενίκευση της θετικής ή αρνητικής πείρας, για το πώς εξειδικεύεται η στρατηγική, µε αντίστοιχο προβληµατισµό για το πώς πρέπει να δράσουµε. Ένας τέτοιος προσανατολισµός απαιτεί η κάθε ΚΟΒ να κατακτά το δικό της σχέδιο δράσης για τη συγκέντρωση δυνάµεων γύρω από το Κόµµα και την πολιτική του, να προσθέτει τη δική της συνεισφορά στην ανασύνταξη του εργατικού –  συνδικαλιστικού κινήµατος, στην προώθηση της κοινωνικής συµµαχίας, την ξεχωριστή της ευθύνη για το κέρδισµα της νεολαίας στην επαναστατική πάλη. Ένα τέτοιο σχέδιο απαιτεί καλή γνώση του χώρου ευθύνης της ΚΟΒ, ολόπλευρη παρακολούθηση της ιδεολογικοπολιτικής πάλης, εύστοχη αξιοποίηση όλων των δυνάµεων κι εφεδρειών του Κόµµατος και της ΚΝΕ, αξιοποίηση της επικαιρότητας ως σταθµού ελέγχου της δουλειάς της και όχι για συνολική ανατροπή του σχεδιασµού της.

 

Η ΑΝΑΓΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

ΤΩΝ ΘΕΩΡΗΤΙΚΩΝ – ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΩΝ

ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΔΕΣΗΣ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΛΗ

 

  1. Το γεγονός ότι το Κόµµα µας έχει προχωρήσει σε θεωρητικές – ιδεολογικές επεξεργασίες που δεν έχουν αφοµοιωθεί από τα µέλη, ακόµα και από πολλά στελέχη, κάνει απαραίτητο περισσότερο από ποτέ το περιεχόµενο αυτών των επεξεργασιών να διαπεράσει όλη τη λειτουργία Οργάνων και Οργανώσεων του Κόµµατος και της ΚΝΕ.

Αυτή η υστέρηση στην αφοµοίωση δεν σηµαίνει ότι η θεωρητική –  µελετητική δουλειά πρέπει να περάσει προς το παρόν σε δεύτερο πλάνο. Οι απαιτήσεις της θεωρητικής δουλειάς καθορίζονται, άλλωστε, από την ίδια την κοινωνική κινητικότητα που ποτέ δεν σταµατά.

Ό,τι έχουµε κατακτήσει στη µελέτη του περάσµατος από τον καπιταλισµό στον σοσιαλισµό – κοµµουνισµό είναι µόλις η βάση. Εποµένως χρειάζεται συνέχεια, οργανωµένη από κάθε Τµήµα, διατµηµατικά, ολόπλευρα από την ίδια την ΚΕ. Αυτό αφορά όλα τα ζητήµατα στη βάση και στο εποικοδόµηµα. Αφορά κοινωνικά ζητήµατα, ζητήµατα της σοσιαλιστικής οικονοµίας, της εξωτερικής πολιτικής του σοσιαλιστικού κράτους, του Διεθνούς Κοµµουνιστικού Κινήµατος, του ρόλου και της δοµής του Κόµµατος, των αρχών λειτουργίας του, των µαζικών οργανώσεων, του κράτους.

Ταυτόχρονα, απαιτείται γνώση και αξιοποίηση των αποφάσεων και επεξεργασιών του Κόµµατος, µε τη βελτίωση της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης, έτσι ώστε να γίνεται πιο εύστοχη η απόκρουση της αντισοσιαλιστικής – αντικοµουνιστικής συκοφαντικής επίθεσης που έχουν εξαπολύσει ΕΕ και αστικά επιτελεία.

Ειδικότερα η ανάγκη θεωρητικής και ιδεολογικής – πολιτικής γνώσης, αφοµοίωσης και ικανότητας διείσδυσης µε όρους διαπάλης σε κάθε χώρο, αφορά τις φοιτητικές µας δυνάµεις, τους εκπαιδευτικούς και τις δυνάµεις µας στον χώρο του Πολιτισµού.

Επίσης, σε πολλά ζητήµατα διατηρούµε ωραιοποιηµένη αντίληψη, η οποία συνυπάρχει µε την άγνοια ή τη σύγχυση, για τη σοσιαλιστική οικοδόµηση κατά τον 20ό αιώνα. Η δική µας ιστορική διερεύνηση θα πρέπει άµεσα να συνδέεται µε την ανάπτυξη της αντίληψής µας συνολικά για το κοινωνικό – οικονοµικό – πολιτικό – πολιτιστικό περιεχόµενο της νέας κοινωνίας, της κοµµουνιστικής. Αυτό το καθήκον δεν µπορεί να αντιµετωπίζεται ως µελλοντικό, για µετά την επανάσταση, αλλά ως καθήκον άµεσα συνδεδεµένο µε την τρέχουσα ιδεολογική – πολιτική διαπάλη µέσα στον καπιταλισµό, µε την ερµηνεία των σύγχρονων φαινοµένων κι εξελίξεων στο διεθνές ιµπεριαλιστικό σύστηµα και στη χώρα µας. Να αξιολογείται ως βάση στη διαµόρφωση αιτηµάτων πάλης στα µαζικά κινήµατα, στο πλαίσιο συσπειρώσεων σε αντιµονοπωλιακή – αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Επίσης χρησιµεύει ως διαδικασία ολόπλευρης ταξικής πάλης και στις πιο δύσκολες και πρωτόγνωρες συνθήκες, για τη διατήρηση και ανασύνταξη των πρωτοπόρων, για την αφύπνιση όλο κι ευρύτερων εργατικών – λαϊκών δυνάµεων, ανάλογα και µε τις συνθήκες διαπάλης µε όλα τα αστικά και οπορτουνιστικά ρεύµατα, από τα ακραία εθνικιστικά και φασιστικά, τα πιο εµφανή ρεφορµιστικά σοσιαλδηµοκρατικά έως τα πιο συγκαλυµµένα και τα αναρχοαυτόνοµα.

 

ΝΑ ΞΕΠΕΡΑΣΟΥΜΕ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΑΝΕΠΕΞΕΡΓΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΑΔΟΥΛΕΥΤΗΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΕΩΝ

ΣΕ ΚΑΘΕ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΧΩΡΟ

 

  1. Υπάρχουν φαινόµενα µηχανιστικής και ανεπεξέργαστης γραµµής συσπείρωσης κι εξειδίκευσης της στρατηγικής µας στις συνθήκες κάθε συγκεκριµένου χώρου, µε αποτέλεσµα να δυσκολεύεται η συσπείρωση νέων, άπειρων, διστακτικών ή ακόµα και φοβισµένων σήµερα εργατικών – λαϊκών δυνάµεων. Έτσι δυσκολεύεται ο απεγκλωβισµός τους από την πολιτική της εργοδοσίας, των αστικών κοµµάτων, του ρεφορµισµού, του οπορτουνισµού.

Η ΚΕ οφείλει, χωρίς να δίνει λεπτοµερειακές κατευθύνσεις και λύσεις για κάθε επιµέρους περίπτωση, να διαπαιδαγωγεί και να βοηθά τα µέλη και τα στελέχη του Κόµµατος και της ΚΝΕ να σκέπτονται το κάθε πρόβληµα, να αποκτούν κριτήρια, να χρησιµοποιούν ως εφόδιο την όποια µικρή ή µεγαλύτερη πείρα τους, να χρησιµοποιούν τα ντοκουµέντα µας, να έχουν πνεύµα πρωτοβουλίας, να επιδιώκουν να λύνουν ζητήµατα, να µελετάνε το αποτέλεσµα. Η ΚΕ να βοηθά ώστε µέλη και στελέχη να βλέπουν τα λάθη για να διορθώνονται.

Ιδιαίτερα πρέπει να αναδειχτεί στο Συνέδριο η θετική αλλά και αρνητική πείρα που έχουµε συγκεντρώσει, λάθη τακτικής, τρόπου αντιµετώπισης προβληµάτων. Ιδιαίτερα στο εργατικό – συνδικαλιστικό κίνηµα, αλλά και σε άλλα κινήµατα, είναι χαρακτηριστική η ανεπαρκής, σχετικά µηχανιστική εξειδίκευση της διαπάλης και της συσπείρωσης. Η σωστή κριτική και πολεµική µας πολλές φορές είναι γενικόλογη και αφοριστική, δεν είναι αποδεικτική και συγκεκριµένη. Το να κάνεις κριτική σε κόµµατα, λέγοντας ότι έχουν πολιτική «διαχείρισης της κρίσης», ούτε πάντα κατανοητό είναι από τους εργάτες, τα λαϊκά στρώµατα, ούτε πολύ περισσότερο αποδεικνύει τον αντιλαϊκό χαρακτήρα της πολιτικής τους, ενώ έχουµε στοιχεία κι επεξεργασίες για να ασκήσουµε επιχειρηµατολογηµένη πολιτική κριτική, να είµαστε αποδεικτικοί στο γιατί η πολιτική τους κινείται µε κριτήριο τα συµφέροντα της αστικής τάξης και, άρα, σε βάρος των συµφερόντων της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Πολλές φορές τα ίδια τα µέλη της ΚΕ γινόµαστε κακός οδηγός για τους συντρόφους, τις Κοµµατικές Οµάδες και τα Όργανα που καθοδηγούµε, µε συνθήµατα και µεταφορά κοµµατικών κειµένων σε ανακοινώσεις σωµατείων, χωρίς δουλειά συζήτησης µε τα µέλη των διοικήσεων. Η επιφανειακή φραστική όξυνση δεν είναι εύστοχη ιδεολογική αντιπαράθεση ούτε µας προφυλάσσει από το ιδεολογικό πλευροκόπηµα του ταξικού αντιπάλου και των πάσης φύσεως οπορτουνιστών.

Όµως αυτό δεν σηµαίνει ότι θεωρούµε πως ο αρνητικός συσχετισµός είναι ζήτηµα προπαγάνδας, ότι δεν πατά στην υλική και πολιτική λειτουργία του καπιταλισµού στην Ελλάδα και διεθνώς, σε συνθήκες πολύ µεγάλης ανάπτυξης της παραγωγικότητας της εργασίας, πολύχρονης αστικής κοινοβουλευτικής νοµιµότητας και τόσα άλλα. Σε αυτές τις συνθήκες, η σύνδεση των αιτηµάτων πάλης µε τον σοσιαλισµό, την κοινωνία για την οποία παλεύουµε, απαιτεί καλή γνώση νέων ζητηµάτων και προβληµάτων, επιχειρηµατολογηµένη ανάδειξη των αιτιών τους, σταθερή αντιπαράθεση µε την αστική πολιτική, κλιµάκωση στη σύνδεση µε τη σοσιαλιστική προοπτική.

Η δράση µας για την οργάνωση του εργατικού κινήµατος, για την οργάνωση µαζών, τη συσπείρωση δυνάµεων, µε αιχµή τα οξυµένα προβλήµατα, η δουλειά για την προώθηση της κοινωνικής συµµαχίας έρχεται αντιµέτωπη µε την αντικειµενική πίεση που ασκούν εργατικές – λαϊκές αλλά και µικροαστικές δυνάµεις, για λύσεις εδώ και τώρα, για απόσπαση κατακτήσεων, ακόµα και συντεχνιακών αιτηµάτων.

Απάντηση, βέβαια, σε αυτήν την πίεση δεν αποτελεί η βαθιά λαθεµένη και περιθωριακά εκφρασµένη αντίληψη, ότι η «ιδεολογική – πολιτική περιχαράκωση», ακόµα κι ένας προσωρινός «σεχταρισµός», µπορεί να µας προστατέψει από την οπορτουνιστική πίεση της µακρόχρονης και όχι προσωρινής, όπως τελικά αποδείχτηκε, αντεπαναστατικής περιόδου. Το αντίθετο χρειάζεται: Να αναπτύξουµε την ικανότητά µας να διεξάγουµε τη διαπάλη µε δυνάµεις, αντιλήψεις και θέσεις µέσα στην προσπάθεια για οργάνωση µαζών και συσπείρωση δυνάµεων και όχι έξω από αυτές τις διαδικασίες. Να µπορούµε να αντιµετωπίζουµε τα καλέσµατα να «βάλουµε νερό στο κρασί µας», να µην παρασυρόµαστε από την αιτηµατολογία ή να µη γλιστράµε σε «µίνιµουµ αιτήµατα» ή στη λογική του «µίνιµουµ προγράµµατος», να µην υποχωρούµε από την κριτική µας σε άλλες δυνάµεις, στο όνοµα µιας αµφίβολης «πλατιάς συσπείρωσης δυνάµεων». Συνολικά, να µην υποχωρούµε απέναντι στην πίεση που θα είναι ισχυρή.

 

  1. Είναι κρίσιµο ζήτηµα να ξεκαθαρίσουµε µε ποια κριτήρια συµµετέχουµε σε πρωτοβουλίες, δράσεις και κινητοποιήσεις που εµφανίζονται σε τοπικό επίπεδο. Είναι βασικό να ξεκινάµε από την εκτίµηση του προβλήµατος, του αιτήµατος που έχει διαµορφωθεί και όχι από τον ιδεολογικοπολιτικό συσχετισµό µεταξύ των συµµετεχόντων, ενώ δεν µπορεί να µας αφήνει αδιάφορους το σχετικό εύρος της κινητοποίησης. Σε αυτήν τη βάση µπορούµε να ξεπερνάµε κι έναν δισταγµό να µπουν κοµµατικές δυνάµεις µε δυναµισµό σε δραστηριότητες από φορείς και συσπειρώσεις που δεν ξεκίνησαν µε δική µας πρωτοβουλία. Ταυτόχρονα, να επαγρυπνούµε απέναντι σε ενέργειες οπορτουνιστικών δυνάµεων, που, στο όνοµα κάποιου προβλήµατος, συγκεντρώνουν τις δυνάµεις τους κι επιδιώκουν να µας πλαγιοκοπήσουν, προωθώντας δήθεν την «ενότητα από τα κάτω σε αντίθεση µε τον σεχταρισµό της ηγεσίας του ΚΚΕ». Απαιτείται µε συλλογικό τρόπο να εξετάζεται συγκεκριµένα κάθε φορά η κάθε δράση, να προετοιµάζονται ολόπλευρα οι δυνάµεις µας και για ιδεολογική διαπάλη.

Το κύριο ζήτηµα, αυτό που έχει µεγαλύτερη σηµασία, είναι έγκαιρα να εκτιµάµε τις διαθέσεις για όποιο πρόβληµα οξύνεται, να παίρνουµε πρωτοβουλίες, γιατί όπου αφήνουµε κενό ή υπάρχει ατολµία ή έλλειψη πρωτοβουλιών, τότε η πρωτοβουλία θα εκδηλωθεί κατευθυνόµενη από δυνάµεις µε προβληµατικό προσανατολισµό και θα δυσκολευτεί η διαπάλη µέσα σε αυτήν. Το κύριο είναι οι δυνάµεις µας να είναι ιδεολογικά, πολιτικά, οργανωτικά θωρακισµένες µε τις θέσεις µας, τη συνολικότερη στάση µας απέναντι στον οπορτουνισµό, ώστε να µην είναι ευάλωτες σε πιέσεις, αλλά και να δουλεύουν µε τέτοιον τρόπο στο κίνηµα, ώστε µε τη στάση τους, την ιδεολογικοπολιτική διαπάλη µε επιχειρήµατα να καταφέρνουν στη βάση να απεγκλωβίζουν δυνάµεις από τη µέγγενη του οπορτουνισµού και των αντι-ΚΚΕ ψυχώσεων που δυνάµεις του καλλιεργούν.

 

  1. Παίρνοντας υπόψη αυτά, οφείλουµε να θωρακίσουµε όλο το Κόµµα και την ΚΝΕ, ιδιαίτερα τα µέλη που στρατολογήθηκαν τα τελευταία χρόνια, ώστε να αποκτήσουν γερά αντανακλαστικά απέναντι στον οπορτουνισµό και κυρίως να είναι σε θέση να ξεπερνάνε τους υποκριτικούς ελιγµούς του για «κοινή δράση» στο όνοµα του «αντιµνηµονιακού», του «αντινεοφιλελεύθερου», του «αντιδεξιού», του «αντιφασιστικού» µετώπου, όπως κι αν εµφανίζεται αυτό κάθε φορά, για να περάσουν τη γραµµή ενός µίνιµουµ προγράµµατος µεταρρυθµίσεων, µιας µεταβατικής κυβέρνησης στο έδαφος του καπιταλισµού, για να µας σύρουν σε συνεργασίες µε αστικά κόµµατα, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, η κυβερνητική πείρα του οποίου είναι αρνητικά πολύτιµη για τις επαναστατικές δυνάµεις.

Το βασικό είναι να µην υποτιµάται ο ρόλος του οπορτουνισµού τόσο σε συνθήκες του καπιταλισµού όσο και του σοσιαλισµού, αφού η πηγή του αντικειµενικά είναι ανεξάντλητη και ο αντεπαναστατικός του ρόλος οδηγεί σε υπόσκαψη και συκοφάντηση του κινήµατος. Κάποια στελέχη και µέλη οπορτουνιστικών οργανώσεων, µε τις επιφανειακές και σκόπιµες µεταµορφώσεις τους, εµφανίζονται άλλοτε ως υπερασπιστές της προηγούµενης στρατηγικής του Κόµµατος, άλλοτε ως υπερασπιστές µεταβατικών κυβερνήσεων, µεταβατικών πολιτικών στόχων, αλλά και άρνησης του Κοµµουνιστικού Κόµµατος ως συνειδητής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης της χώρας κ.ά. Ο ρόλος του ρεφορµισµού είναι εξίσου επικίνδυνος, ασκεί πίεση σε εργατικές – λαϊκές δυνάµεις για άµεσες πολιτικές λύσεις και µεταρρυθµίσεις στο έδαφος του καπιταλισµού, µε ανοιχτή αλλά και καλυµµένη υπονόµευση της επαναστατικής ταξικής πάλης. Αυτά δεν σηµαίνουν ότι δεν υπάρχουν περιθώρια να αποσπαστούν από την επιρροή τους εργάτες, φοιτητές, επιστήµονες, άλλοι εργαζόµενοι που ακολουθούν τέτοιες δυνάµεις ή επηρεάζονται από αυτές. Τα µέλη του Κόµµατος πρέπει να καθοδηγούνται σωστά και συστηµατικά στο ζήτηµα αυτό, για να µπορούν µπροστά σε ευρύτερες λαϊκές δυνάµεις να κάνουν τη δική µας κριτική, να ξεκαθαρίζουν το δικό µας «όχι» στις απόψεις τους και τη στάση τους, την πρακτική τους στο κίνηµα.

 

  1. Η συναίσθηση της περιόδου που βρισκόµαστε, της υποχώρησης του εργατικού κινήµατος, των µεγαλύτερων δυσκολιών για καταστάλαγµα πιο συγκεκριµένων αποτελεσµάτων, επιβάλλει να παλεύουµε χωρίς κανέναν εφησυχασµό για να βελτιώνουµε την κατάσταση του υποκειµενικού παράγοντα, για την ενδυνάµωση των Κοµµατικών Οργανώσεων, αντιστοιχίζοντας συνεχώς την καθοδηγητική λειτουργία και δράση στο Κόµµα, αλλά και του Κόµµατος στην εργατική τάξη, µε τη στρατηγική µας, το Πρόγραµµά µας, µε τα συµπεράσµατα από την πορεία του κοµµουνιστικού κινήµατος, τις σύγχρονες απαιτήσεις της ταξικής πάλης.

Οι αντιφάσεις που βιώνουµε δείχνουν ότι απαιτείται πολλή προσπάθεια, µέσα από συζητήσεις, συσκέψεις, µαθήµατα κ.ά., ώστε να κατανοηθούν κρίσιµα ζητήµατα στο δίληµµα «καπιταλισµός – σοσιαλισµός», σε µεγαλύτερη έκταση ζητηµάτων, από νεότερες ηλικίες, σχετικά ανήσυχα µυαλά που βλέπουν τα προβλήµατα του καπιταλισµού, αλλά δεν βλέπουν άµεσα τον σοσιαλισµό, δυσκολεύονται και από τις καθηµερινές δυσκολίες της ζωής, εργασίας, µητρότητας που επιδρούν αρνητικά στη σταθερή συµµετοχή στο κίνηµα, σε αγώνες όταν δεν έχουν εξάρσεις. Είναι προβλήµατα που έχουν µεγαλύτερο βάθος από αυτό που συχνά αντιλαµβανόµαστε, σχετίζονται ακόµα και µε τον τρόπο οργάνωσης της εργασιακής και γενικότερα της κοινωνικής ζωής. Απαιτούν συνεχή πάλη µε την επίδραση που έχουν σε αγωνιστές, αλλά και στις γραµµές µας, που θα γίνεται πιο έντονη όσο περνάει ο καιρός και δεν υπάρχουν συνθήκες δυναµικής ανόδου της ταξικής πάλης, ανασύνταξης του εργατικού – λαϊκού κινήµατος στη χώρα µας, του Διεθνούς Κοµµουνιστικού Κινήµατος.

Η επίγνωση στη φάση αυτή του επιπέδου των αγωνιστικών διαθέσεων    -ο υπολογισµός τους- δεν πρέπει να οδηγεί στη µείωση των απαιτήσεων της δικής µας δουλειάς που αφορούν όλους τους τοµείς, την πρωτοβουλία, την επεξεργασία σχεδίου, του περιεχοµένου και των µορφών της δράσης, της προπαγάνδας, τους στόχους κινητοποίησης δυνάµεων, της ανανέωσης του κοµµατικού περίγυρου και των κοµµατικών δυνάµεων από εργάτες και εργάτριες, αγωνιστές νεότερων ηλικιών, σε αναπτυσσόµενους κλάδους, σε χώρους στρατηγικής σηµασίας.

Αποτελεί καθοδηγητική ευθύνη, η γενική δράση να µην καλύπτει αδυναµίες και προβλήµατα, ώστε να ανταποκρίνεται όσο το δυνατό πιο εύστοχα αυτό που κάνουµε στην ενδυνάµωση κάθε Κοµµατικής Οργάνωσης.

Στα καθοδηγητικά επιτελεία του Κόµµατος οι σύντροφοι µπαίνουν µπροστά, µε διάθεση προσφοράς, µέθοδο, αναλαµβάνουν την ευθύνη καθοδήγησης και παίρνουν µέρος στην άµεση παρέµβαση και δράση. Ταυτόχρονα, χρειάζεται σε κάθε περίπτωση να υπάρχει αντιστοιχία λόγων και έργων, οι σωστές διαπιστώσεις να συνοδεύονται µε την ανάλογη προσπάθεια για ατοµική και συλλογική βελτίωση στον χώρο όπου ο καθένας είναι χρεωµένος. Χρειάζεται πολύ καλή συζήτηση, για το πώς εξασφαλίζουµε το καλύτερο που µπορούµε να κάνουµε σε αυτό που µας αντιστοιχεί, χωρίς πολλές περιγραφές και µεταφορά ευθυνών. Κάθε καθοδηγητικός κρίκος και κάθε στέλεχος να αναλαµβάνουν τη δικιά τους ακέραιη ευθύνη κι έτσι πιο ουσιαστικά να διαµορφώνεται η στέρεη πεποίθηση ότι λύνουµε αυτό που κάθε φορά είναι δυνατό.

Το ζήτηµα αυτό εκφράζεται και στη συντροφική και συλλογική διάθεση και πώς αυτή καλλιεργείται, ξεκινώντας από τα καθοδηγητικά όργανα και φτάνοντας στις ΚΟΒ, από την ποιότητα της συλλογικής συζήτησης και δράσης, τον δηµιουργικό έλεγχο συλλογικά, τις πιθανές διορθωτικές κινήσεις.

 

  1. Συνολικά η ΚΕ έπρεπε να δώσει µεγαλύτερο ακόµα βάρος µέσω του δηµιουργικού και συγκεκριµένου ελέγχου της πείρας των αγώνων, να ξεκαθαρίζεται η σχέση του Κόµµατος µε τις εργατικές – συνδικαλιστικές οργανώσεις, τις άλλες οργανώσεις των εργαζοµένων, αυτοαπασχολουµένων της πόλης και της υπαίθρου, τις οργανώσεις της νεολαίας και των γυναικών. Το πρόβληµα γίνεται όλο και πιο σύνθετο σε συνθήκες κρίσης και ανασύνταξης του κινήµατος, προώθησης της κοινωνικής συµµαχίας, σε συνθήκες όπου, ενώ η εργατική – λαϊκή πάλη αντικειµενικά πρέπει να κατευθύνεται προς τον σοσιαλισµό, βαραίνει η υποχώρηση.

Πλευρές που έχουµε επεξεργαστεί από προηγούµενα συνέδρια, και πρόσφατα πιο συγκεκριµένα στο 20ό Συνέδριο, δεν φαίνεται να έχουν αφοµοιωθεί µέσα στο Κόµµα, ακριβώς γιατί δεν συζητιούνται και δεν ενεργοποιούνται όταν γίνεται ο έλεγχος των αποφάσεων, των αποτελεσµάτων, µετά από έναν αγώνα ή στον ίδιο τον έλεγχο κατά την εξέλιξη µιας πρωτοβουλίας σε δράση.

Ακόµα, σήµερα, ορισµένα µέλη και στελέχη φαίνεται να µπερδεύουν την κατεύθυνση για πολιτικοποίηση του κινήµατος, ισοπεδώνοντας τις διαφορές ανάµεσα στο Κόµµα και το ταξικά προσανατολισµένο σωµατείο. Κάποιοι µιλούν σαν να είναι το ΠΑΜΕ ο ιδεολογικός – πολιτικός καθοδηγητής του εργατικού κινήµατος. Άθελα, βέβαια, µε τον τρόπο αυτό γίνεται υποκατάσταση του Κόµµατος και όχι ριζοσπαστικοποίηση σε ταξική κατεύθυνση. Αρκετά µέλη και στελέχη ισοπεδώνουν τις φυσιολογικές διαφορές που υπάρχουν ανάµεσα σε ένα εργατικό σωµατείο, σε µια επιτροπή αγώνα για ένα συγκεκριµένο πρόβληµα, σε έναν γυναικείο σύλλογο ή µια ένωση γονέων. Όλα αυτά αντανακλούν αδυναµίες στην καθοδηγητική δουλειά του Κόµµατος που οξύνονται προς τα κάτω. Αρκετές φορές αυτές οι απόψεις δεν γίνονται αντιληπτές ως λαθεµένες, ότι κάνουν ζηµιά και δυσκολεύουν τη δουλειά µας. Στα Όργανα του Κόµµατος, στις ΚΟΒ, αντίστοιχα στην ΚΝΕ, πρέπει να ξεπεράσουµε τον δισταγµό να δίνονται συντροφικές απαντήσεις, όχι µόνο σε απόψεις που κλίνουν φανερά προς τον οπορτουνισµό ή επηρεάζονται απ’ αυτόν, αλλά και σε απόψεις που εκφράζουν άγνοια και σύγχυση.

Έχει συγκεντρωθεί πλέον αρκετή πείρα µέσα στο κίνηµα. Έχει δουλευτεί, για παράδειγµα, µε αφορµή τα Πανελλαδικά Σώµατα για τους αυτοαπασχολούµενους της πόλης και για τους αγρότες, πείρα για το πώς δουλεύουµε µε τις ριζοσπαστικές συσπειρώσεις, πώς αναπροσαρµόζουµε τη δουλειά µας στις νέες εξελίξεις και µε βάση την πείρα που κατακτιέται, πώς πρέπει να δουλεύουµε µε πολιτικά αποπροσανατολισµένες δυνάµεις, πώς χειριζόµαστε ζητήµατα, όταν δεν έχουµε την απόλυτη πλειοψηφία ή νέες άπειρες δυνάµεις µπαίνουν µαζικά στον αγώνα κάτω από την όξυνση των προβληµάτων.

Αν και είχαµε εντοπίσει σωστά ορισµένες σχηµατικότητες στο ζήτηµα της προώθησης της κοινωνικής συµµαχίας σε αντικαπιταλιστική – αντιµονοπωλιακή κατεύθυνση, εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήµατα στην πράξη. Δεν είναι ουσιαστική η συζήτηση του σχεδιασµού για κοινές κινητοποιήσεις, του ΠΑΜΕ, των φορέων των αγροτών, των ΕΒΕ, του ΜΑΣ, της ΟΓΕ, έτσι ώστε να βαθαίνει η κοινή δράση, να έχει µεγαλύτερα αποτελέσµατα ο αγώνας.

 

  1. Μέσα στο πλαίσιο της συλλογικής λειτουργίας να εξασφαλιστούν ο απαραίτητος χρόνος και χώρος στα στελέχη να επεξεργάζονται και να συµµετέχουν στη συζήτηση ολοκληρωµένα µέσα στα καθοδηγητικά όργανα, στις Κοµµατικές Οµάδες, στις ΚΟΒ, για να αντιµετωπίσουµε την αδυναµία που υπάρχει στην επεξεργασία πλαισίων πάλης, διεκδικήσεων, µε το ιδεολογικό βάθος που απαιτείται, την κατανόηση των κριτηρίων επιλογής των αιτηµάτων, το δούλεµα της γραµµής συσπείρωσης, αλλά και ζητήµατα που αφορούν τη δοµή του συνδικαλιστικού κινήµατος.

Στα καθοδηγητικά όργανα ένας αριθµός στελεχών που είναι χρεωµένα στη συνδικαλιστική δουλειά, αν και είναι µάχιµα στελέχη, συχνά προετοιµάζονται λιγότερο για να συµβάλουν στη γενίκευση της πείρας από τη διεξαγωγή και την πορεία της ταξικής πάλης. Είναι ένα πρόβληµα που µε πρακτικό τρόπο και αποφασιστικά πρέπει να το αντιµετωπίσουµε, γιατί βρισκόµαστε σε µια περίοδο µετάβασης σε µια γενιά συνδικαλιστικών στελεχών που για να τα βγάλουν πέρα στις σύγχρονες συνθήκες οργάνωσης της συνδικαλιστικής δουλειάς, χρειάζεται να αποκτήσουν και να αναπτύξουν πολύπλευρα χαρακτηριστικά, αναπτύσσοντας παραπέρα συνολικά την ικανότητα των κοµµουνιστών και κοµµουνιστριών να είναι οργανωτές µαζών, κατοχυρωµένοι στους χώρους δουλειάς.

Υστερούµε στην ανάδειξη, κυρίως σε επίπεδο ΚΟΒ και Τοµεακών Επιτροπών του Κόµµατος και της ΚΝΕ, των κοµµατικών µελών σε πραγµατικούς λαϊκούς ηγέτες, για κάθε ζήτηµα που απασχολεί την εργατική – λαϊκή οικογένεια, στη δουλειά ή στο χώρο κατοικίας και σπουδών. Χωρίς αυτόν τον παράγοντα η ιδεολογική και πολιτική δουλειά θα είναι αποσπασµατική και «στον αέρα». Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σήµερα ώστε να διαµορφώνονται στελέχη και µέλη, όργανα, τα οποία δεν θα αναπαράγουν γενικά τα θεωρητικά αξιώµατα, χωρίς να µπορούν να τα βάλουν στην πράξη, χωρίς να τα δένουν µε την πρωτοπόρα δουλειά στον χώρο όπου δρουν, στο µαζικό κίνηµα, παντού. Δεν είναι βέβαια εύκολο να ανατραπεί αυτή η κατάσταση από τη µια µέρα στην άλλη, αλλά είναι µονόδροµος και χρειάζονται συνδυασµένα µέτρα και από τα «πάνω» και από τα «κάτω».

Δεν έχουµε απαλλαγεί ακόµα από προβλήµατα στη συγκρότηση και στη λειτουργία των Κοµµατικών Οµάδων, ιδιαίτερα στα πρωτοβάθµια σωµατεία, στο περιεχόµενό τους, στο πώς προσπαθούν να υλοποιήσουν τις αποφάσεις του Κόµµατος σχετικά µε την ευθύνη των κοµµουνιστών για τη λειτουργία και τον προσανατολισµό των συνδικάτων. Συνεχίζει να λείπει ένας πιο µακρόπνοος σχεδιασµός για τον κλάδο και τον χώρο ευθύνης, για τη βελτίωση του βαθµού οργάνωσης, τη µελέτη της παρέµβασης του αντιπάλου, τη λειτουργία του σωµατείου, για το τι ζητήµατα ανοίγουν, τι πλαίσιο επεξεργαζόµαστε, τι στόχους έχουµε για διεύρυνση της πρωτοπορίας, των υποδοµών στο κίνηµα, τι διάταξη δυνάµεων απαιτείται. Στον προγραµµατισµό δράσης συχνά γίνεται επικάλυψη ΔΣ, δεν απλώνεται η δουλειά, η δράση είναι καµπανιακή µπροστά σε σταθµούς. Σε Κοµµατικές Οµάδες δευτεροβάθµιων (Οµοσπονδιών και Εργατικών Κέντρων) γίνεται πολύ γενική συζήτηση, για την κατάσταση, µε γενικόλογη πείρα που κουράζει και είναι αναποτελεσµατική.

 

Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΝΕ ΣΤΙΣ

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ – ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΤΑΞΗΣ Ή ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ

 

  1. Παρά τα βήµατα που έχουν γίνει στο διάστηµα αυτό, η εξειδικευµένη κοµµατική δουλειά στις γυναίκες δεν έχει αποκτήσει σταθερά χαρακτηριστικά στα Όργανα του Κόµµατος. Σχετίζεται µε τον µικρό βαθµό αφοµοίωσης των θεωρητικών µας θέσεων και των σύγχρονων προβληµάτων της ιδεολογικής διαπάλης για τη γυναικεία ανισοτιµία. Ως αποτέλεσµα, εκφράζεται δυσκολία στην ένταξη της εξειδικευµένης δουλειάς του Κόµµατος –ακόµα περισσότερο της ΚΝΕ– στις γυναίκες σε όλους τους τοµείς δράσης του Κόµµατος: το ιδεολογικό – πολιτικό, οργανωτικό, τη δουλειά στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνηµα, στο κίνηµα των αυτοαπασχολουµένων, στο αγροτικό κίνηµα, στο µαθητικό, σπουδαστικό, φοιτητικό κίνηµα και τη δουλειά των κοµµουνιστριών στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνηµα. Ταυτόχρονα, δηµιουργεί καθοδηγητικά κενά και αδυναµίες στην ανάδειξη γυναικών στα όργανα του Κόµµατος και του κινήµατος (που δεν λύνεται µε ποσοστώσεις, όπως προωθείται από την αστική αντίληψη και πρακτική), στην καθοδήγηση των Κοµµατικών Οµάδων των συλλόγων της ΟΓΕ.

Από αυτήν τη σκοπιά, χρειάζεται να απασχολήσει τα Όργανα του Κόµµατος η πορεία ανάπτυξης κι ευαισθητοποίησης των γυναικείων στελεχών (οργανωτικών, συνδικαλιστικών, αλλά και ιδεολογικών), ανεξάρτητα από χρέωση, ώστε να συµβάλουν µε δηµιουργικό τρόπο, συλλογικά να κατακτώνται από τα όργανα η ανησυχία, η γνώση, η δηµιουργική σκέψη και έλεγχος στην προώθηση των παραπάνω καθηκόντων. Η κατεύθυνση αυτή θα ενισχύεται µε την άνοδο της µαρξιστικής τους µόρφωσης και µε τη συµµετοχή τους στην επεξεργασία των θέσεών µας µε βάση τις εξελίξεις που αφορούν όλες τις πτυχές της ζωής των γυναικών εργατικής – λαϊκής ένταξης ή καταγωγής και σε όλες τις ηλικιακές κατηγορίες.

Η ουσιαστική συζήτηση στα Όργανα και στις Κοµµατικές Οργανώσεις σχετικά µε τη µαρξιστική αντίληψη για το γυναικείο ζήτηµα, ιδιαίτερα των Πανεπιστηµίων – Έρευνας και στις κλαδικές, µπορεί να στηρίξει από ιδεολογική – θεωρητική σκοπιά την προσπάθεια των κοµµατικών µελών και στελεχών, ιδιαίτερα των γυναικών, ώστε να συµβάλουν στην εξειδίκευση κι εκλαΐκευση των θέσεών µας για την ισοτιµία της γυναίκας, µε βάση το αντικείµενο ειδίκευσης. Μπορεί να αναβαθµίσει την προσπάθεια προσανατολισµού συντρόφων και συντροφισσών να ασχοληθούν ερευνητικά µε πλευρές του γυναικείου ζητήµατος, ως πλευρά της ιδεολογικής – πολιτικής αντεπίθεσης.

Ταυτόχρονα, χρειάζεται να βρίσκεται σταθερά στον προσανατολισµό, κυρίως των Τοµεακών Επιτροπών, η στήριξη των κοµµουνιστριών µητέρων –στελεχών και µελών– και µε πρακτικά µέτρα. Πρακτικό και διαπαιδαγωγητικό χαρακτήρα µπορούν να έχουν κεντρικές πρωτοβουλίες σε επίπεδο Οργανώσεων Περιοχής ή Τοµεακών Οργανώσεων, όπως η διαµόρφωση χώρων και προγράµµατος δηµιουργικής απασχόλησης νηπίων, παιδιών πολύ µικρής σχολικής ηλικίας.

Πέρα από τα οργανωτικά µέτρα, χρειάζεται και ιδεολογική – πολιτική στήριξη των συντροφισσών και συντρόφων, ώστε να διαµορφώνονται κριτήρια για το περιεχόµενο της δηµιουργικής σχέσης µεταξύ γονιού – παιδιού. Μπορεί να βοηθήσει η επεξεργασία ενός πλούσιου, πολύµορφου σχεδίου δράσης για παιδιά και γονείς (λογοτεχνικά βιβλία, θεατρικές παραστάσεις, παιγνίδια – κατασκευές), διαµορφώνοντας ένα συγκεκριµένο πρόγραµµα συζητήσεων µε γονείς, ιδιαίτερα µε τις µητέρες, αξιοποιώντας την πείρα των συζητήσεων «Μιλώντας στα παιδιά µας για την κρίση, για τον πόλεµο» και δοκιµάζοντας τη µελέτη της έκδοσης «Κι όµως κινείται…». Σε αυτήν την κατεύθυνση, θα διαµορφώνονται κοµµουνιστικά κριτήρια σκέψης και στάσης απέναντι στην κυρίαρχη αστική αντίληψη, που παρουσιάζει ως αποκλειστικά ατοµική – οικογενειακή υπόθεση τη φροντίδα και ανατροφή του παιδιού.

 

  1. Η αντιµετώπιση µακροχρόνιων κενών στην κατανόηση της αναγκαιότητας εξειδίκευσης της παρέµβασης του Κόµµατος στις γυναίκες είναι αποφασιστικός παράγοντας για τη βελτίωση των ρυθµών στρατολογίας γυναικών στο Κόµµα, µε βάση τον κύριο στόχο της κοµµατικής οικοδόµησης σε κλάδους και χώρους δουλειάς, κυρίως για τη σταθεροποίηση της δράσης των νέων γυναικών στο Κόµµα και την ΚΝΕ.

Η βελτίωση του ποσοστού των γυναικείων κοµµατικών µελών συνολικά στο Κόµµα αυτά τα 4 χρόνια, αν και µε ανοµοιοµορφίες ανά Οργάνωση Περιοχής, ακόµα και ανά Τοµεακή Οργάνωση, όπως και η αύξηση του ποσοστού στρατολογιών γυναικών, δεν συνοδεύονται σε κάθε Όργανο µε συµπεράσµατα από τη γενίκευση της πείρας, θετικής και αρνητικής, µε συγκεκριµένα ιδεολογικά, πολιτικά, οργανωτικά µέτρα. Η έλλειψη στο σχεδιασµό αφορά ιδιαίτερα στα όργανα σε Οργανώσεις Περιοχής και Τοµεακές Οργανώσεις όπου είναι χαµηλότερη η γυναικεία συµµετοχή στο Κόµµα, σε σχέση τόσο µε το πανελλαδικό ποσοστό όσο και µε το ποσοστό της απασχόλησης των γυναικών στην αντίστοιχη περιοχή. Ταυτόχρονα, χρειάζεται σταθερή παρακολούθηση η κοινωνικοταξική σύνθεση των γυναικείων κοµµατικών µελών κατά Οργάνωση Περιοχής, ιδιαίτερα σε βιοµηχανικούς και άλλους κλάδους, τοµείς της οικονοµίας µε µεγάλη συγκέντρωση µισθωτών γυναικών ή µε αντικείµενο ειδίκευσης που επιδρά στη συνείδηση εργατικών – λαϊκών δυνάµεων, ανδρών και γυναικών (π.χ. Εκπαίδευση).

 

  1. Συστηµατικά χρειάζεται να απασχολεί τα Όργανα του Κόµµατος και της ΚΝΕ πώς προετοιµάζονται οι γυναίκες του κοµµατικού περίγυρου για την οργάνωσή τους στο Κόµµα, παίρνοντας υπόψη ότι απαιτούνται περισσότερος δηµιουργικός χρόνος και σκέψη, επιπλέον µέτρα για να ξεπεράσει η οπαδός πρόσθετα αντικειµενικά εµπόδια που περιορίζουν τον χρόνο που αφιερώνει στο διάβασµα, στη µελέτη, στη συµµετοχή στην κοινωνική δράση, αλλά και υποκειµενικές αντιλήψεις για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία που επιβιώνουν, θρησκευτικές καταβολές. Ορισµένοι τέτοιοι παράγοντες έχουν ενταθεί στις σηµερινές συνθήκες, γιατί γενικεύονται τα ακανόνιστα ωράρια εργασίας, η µερική απασχόληση, οι συµβάσεις ορισµένου χρόνου. Αυτή η κατάσταση επιδρά στη σκέψη και τη στάση, ακόµα και γυναικών κοµµατικών µελών, πιο έντονα στις συνθήκες των περιοριστικών µέτρων µε τη γενίκευση της τηλεργασίας και της αναστολής σύµβασης, της τηλεκπαίδευσης, επιβαρύνοντας την οικογενειακή, προσωπική ζωή.

Ο σχεδιασµός και η συζήτηση στα καθοδηγητικά όργανα αφορούν τον δηµιουργικό έλεγχο της πορείας ανάπτυξης της συνείδησης και στάσης των γυναικών του κοµµατικού περίγυρου, την πείρα από τις προτάσεις στρατολογίας σε γυναίκες, το υπό διαµόρφωση πολύµορφο σχέδιο κοµµατικής δραστηριότητας, που υπολογίζει στην κοινωνικοταξική σύνθεση των γυναικών του περίγυρου. Στο επίκεντρο χρειάζεται να βρεθεί η προγραµµατική αντίληψη του Κόµµατος για τη θέση των γυναικών στη σοσιαλιστική – κοµµουνιστική κοινωνία, η στάση των γυναικών απέναντι στον ιµπεριαλιστικό πόλεµο, βιβλιοπαρουσιάσεις των πρόσφατων εκδόσεων της Σύγχρονης Εποχής και άρθρων της ΚΟΜΕΠ. Έτσι, µπορεί να αποκτά δηµιουργικό περιεχόµενο η κατεύθυνση βελτίωσης της ηλικιακής και κοινωνικοταξικής σύνθεσης των γυναικών του κοµµατικού περίγυρου, η διεύρυνση της προσέλκυσης γυναικών στην κοµµατική δραστηριότητα και µέσα από τη συµµετοχή τους στο κίνηµα, όπως µέσα από τη συµµετοχή στον γυναικείο σύλλογο, στον σύλλογο γονέων.

 

  1. Στην ΚΝΕ είναι αυξηµένη, σε σχέση µε το Κόµµα, η συµµετοχή των γυναικών στη δύναµή της, µε διακυµάνσεις κατά κατηγορία νεολαίας και ανά Οργάνωση Περιοχής. Δυσκολία παρουσιάζεται στην ανάδειξη κοριτσιών στα Όργανα της ΚΝΕ και τους µαζικούς φορείς. Φαίνεται να είναι πιο διστακτικές να αναλάβουν χρεώσεις, ακόµα και στα µαθητικά συµβούλια. Ταυτόχρονα, αναδεικνύονται µια σειρά από παράγοντες που επιδρούν στην αποστράτευση νέων γυναικών από την ΚΝΕ κατά την ηλικιακή περίοδο για το πέρασµά τους στο Κόµµα, όπως οικογενειακά προβλήµατα, ανασφάλεια, αρνητική επίδραση από ερωτικό σύντροφο.

Με βάση τα παραπάνω, τα Όργανα του Κόµµατος χρειάζεται να στηρίξουν τις ΟΒ της ΚΝΕ µε συγκεκριµένα ιδεολογικά – πολιτικά – οργανωτικά µέτρα, ώστε µε δηµιουργικό τρόπο να προβληθούν οι κοµµουνιστικές αξίες, οι συνθήκες µέσα στις οποίες αναπτύσσεται ο σύγχρονος «βουβός» ηρωισµός και να καλλιεργηθεί η αντοχή µπροστά στις δυσκολίες της ταξικής πάλης, αλλά και των συνθηκών εργασίας, σπουδών, ζωής. Ταυτόχρονα, η ιδεολογική – πολιτική στήριξη στις Οργανώσεις της ΚΝΕ µπορεί να διαµορφώσει κριτήριο διαλεκτικής – υλιστικής αντίληψης µπροστά σε σύνθετα κοινωνικά ζητήµατα, ώστε στέρεα κι επιθετικά να οργανώνεται η ιδεολογική – πολιτική αντιπαράθεση µέσα στις σχολές, στα σχολεία, στους χώρους νεολαίας.

Πιο απαιτητική είναι η προσπάθεια για τον εµπλουτισµό της παρέµβασης του Κόµµατος στις ηλικίες παιδιών Δηµοτικού µε την αντίληψή µας για το γυναικείο ζήτηµα. Παίρνουµε υπόψη ότι η αστική τάξη, µε τους πολυπλόκαµους µηχανισµούς της, παρεµβαίνει ιδεολογικά από πολύ µικρή ηλικία στη σκέψη και τη στάση της νεολαίας για τις ανισότιµες σχέσεις µεταξύ των δύο φύλων. Άρα, χρειάζεται να συστηµατοποιηθεί µε πολύµορφο τρόπο η συµβολή στις διάφορες δραστηριότητες του Κόµµατος γι’ αυτές τις ηλικίες, αλλά και στην ύλη του «Αερόστατου».

 

  1. Στα Όργανα χρειάζεται σταθερά να συζητιούνται εκθέσεις από την παρακολούθηση κι εκτίµηση της παρέµβασης των αστικών θεσµών (κυβερνητικοί θεσµοί, Περιφέρειες, Δήµοι) στις γυναίκες, ώστε να οργανώνεται η εύστοχη ιδεολογική – πολιτική διαπάλη. Ακόµα, όµως, είµαστε πίσω από τη σταθερή οργάνωση του ιδεολογικού αγώνα µε την αστική ιδεολογία και πολιτική, αλλά και µε τις οπορτουνιστικές απόψεις για την ανισοτιµία της γυναίκας, που χρειάζεται να στηρίζεται στην παρακολούθηση κι εκτίµηση της παρέµβασής τους στις γυναίκες εργατικής – λαϊκής ένταξης ή καταγωγής (κατά κλάδο, χώρο εργασίας, αντικείµενο ειδίκευσης).

Βάρος χρειάζεται να δοθεί στην ένταση της ιδεολογικής – πολιτικής δουλειάς, γιατί µπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στην αναχαίτιση του κλίµατος φόβου και των µειωµένων απαιτήσεων που αποτυπώνονται στις διαθέσεις, στη στάση των γυναικών που µας ενδιαφέρουν κοινωνικοταξικά.

Οι άξονες της παρέµβασης του Κόµµατος χρειάζεται να αποκαλύπτουν τον ταξικό εκµεταλλευτικό χαρακτήρα της κυβερνητικής πολιτικής και της καπιταλιστικής εργοδοσίας, άλλων αστικών επιτελείων, αλλά και την προσπάθεια να ενισχυθούν οι µηχανισµοί ενσωµάτωσης µέσω Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης των Δήµων, των ΜΚΟ (action aid κ.ά.), µε επίδραση ιδιαίτερα στη συνείδηση των γυναικών. Συνεχίζει να βρίσκεται στο επίκεντρο της επίθεσης του κεφαλαίου, των αστικών επιτελείων στην ΕΕ και την Ελλάδα, η γενίκευση των ελαστικών σχέσεων εργασίας και της τηλεργασίας σε γυναικείο εργατικό δυναµικό, στο όνοµα της «συµφιλίωσης της οικογενειακής κι επαγγελµατικής ζωής». Ταυτόχρονα, εµπλουτίζονται τα µέτρα για να διαχειριστούν τις οξυµένες συνέπειες από την επέκταση της µισθωτής εργασίας των γυναικών και την έλλειψη κοινωνικής στήριξης της µητρότητας, σε συνθήκες που οι στρατηγικές επιλογές της ΕΕ οδηγούν στη συρρίκνωση και εµπορευµατοποίηση των υπηρεσιών Υγείας – Πρόνοιας. Χαρακτηριστικό είναι το πρόγραµµα της κυβέρνησης της ΝΔ «Νταντά της γειτονιάς», όπως και τα µέτρα που προτείνονται στην «έκθεση Πισσαρίδη» (άδεια πατρότητας, ευελιξία στα ωράρια εργασίας και στην άδεια µητρότητας κ.ά.). Το έδαφος πάνω στο οποίο στηρίζονται αυτές οι πολιτικές πρακτικές είναι η παρωχηµένη, συντηρητική αντίληψη της ατοµικής ευθύνης για τη φροντίδα της οικογένειας, η οποία το πολύ – πολύ να µοιράζεται πιο ισότιµα ανάµεσα στις γυναίκες και τους άνδρες, ενώ ουσιαστικά υποβαθµίζει την κοινωνική ευθύνη για ουσιαστικά µέτρα στήριξης της οικογένειας, που λογαριάζονται µε τη λογική του «κόστους» για το αστικό κράτος και του οφέλους για τους επιχειρηµατικούς οµίλους. Αυτό καθορίζει και την όποια λειτουργία υπηρεσιών και δοµών φροντίδας βρεφών, νηπίων, ηλικιωµένων, ΑµεΑ µε προσαρµογή τους στις ευέλικτες εργασιακές σχέσεις των εργαζόµενων µητέρων.

Σε αυτό το πλαίσιο, ενισχύεται η κατεύθυνση των σοσιαλδηµοκρατικών και οπορτουνιστικών πολιτικών δυνάµεων, στην ΕΕ και την Ελλάδα, για κατανοµή των ευρωπαϊκών κονδυλίων µε κριτήριο τις συνέπειες της πανδηµίας στις γυναίκες. Σε αυτήν την κατεύθυνση κινούνται και οι σοσιαλδηµοκρατικές δυνάµεις στο φεµινιστικό κίνηµα, που τα τελευταία χρόνια γίνεται συστηµατική προσπάθεια να αναθερµανθεί και στην Ελλάδα, στοχεύοντας ιδιαίτερα στη νεολαία.

Επιδιώκεται να θολώσουν τον ταξικό προσανατολισµό των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων σε βάρος των εργατικών – λαϊκών συµφερόντων, αλλά και την ταξική πολιτική διαχείρισης της πανδηµίας µε βαριές συνέπειες στις εργαζόµενες και άνεργες γυναίκες. Παρουσιάζεται ως αιτία της ανισοτιµίας στις σχέσεις των δύο φύλων, ιδιαίτερα στις συνθήκες των περιοριστικών µέτρων, το χαµηλό ποσοστό γυναικών στα λεγόµενα «Κέντρα Λήψης Αποφάσεων», η «ανδροκρατούµενη» κοινωνία, η «ανδροκρατία» στις υψηλότερες βαθµίδες της τριτοβάθµιας εκπαίδευσης και ιδίως στις θετικές επιστήµες.

Στο πλαίσιο πανεπιστηµιακών προγραµµάτων για τα φύλα αναπαράγονται και οι θεωρίες περί «κοινωνικού φύλου», που ουσιαστικά αρνούνται τη βιολογική υπόστασή τους ή την υποβαθµίζουν τόσο πολύ ώστε να αποσπούν πλήρως ζητήµατα κοινωνικών συµπεριφορών, αντιλήψεων κ.λπ. από το οικονοµικό, κοινωνικό υπόβαθρο, που σε συνδυασµό µε την ιδιαίτερη θέση της γυναίκας στην αναπαραγωγική διαδικασία επέφερε πρόσθετες κοινωνικές ανισότητες και ανισοτιµίες στο έδαφος της επικράτησης εκµεταλλευτικών οικονοµικών σχέσεων.

Διαµορφώνουν στρεβλή αντίληψη περί «ατοµικών δικαιωµάτων», αποκόβοντάς τα από τον κοινωνικοοικονοµικό χαρακτήρα των δικαιωµάτων, υπερπροβάλλοντας ορισµένες ατοµικές επιλογές, όπως του οµοφυλόφιλου σεξουαλικού προσανατολισµού ή ακόµα της δήθεν ατοµικής επιλογής «αυτοδιάθεσης του σώµατος» στην πορνεία, στα ναρκωτικά. Πρόκειται για στρέβλωση της αντίληψης περί ατοµικού δικαιώµατος, που δεν σχετίζεται µε την αναγκαία υπεράσπιση ατόµων µε ιδιαίτερες επιλογές από κάθε µορφή κοινωνικής αποξένωσης, βίας, ρατσισµού κ.λπ. Η άποψη του ΚΚΕ εδράζεται ακριβώς στην αντιµετώπιση τέτοιων αντιδραστικών κι επικίνδυνων φαινοµένων, µε την υπεράσπιση της κάθε ξεχωριστής προσωπικότητας από κάθε µορφή ρατσισµού, βίας, αποξένωσης, µπούλινγκ, άλλων επιθέσεων.

 

Η ΔΡΑΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ

ΤΗΣ ΚΝΕ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

 

  1. Από την περίοδο του 20ού Συνεδρίου αναδεικνύονται ως βασικοί άξονες της συνολικής εκπαιδευτικής αστικής στρατηγικής:

α) Η προώθηση νέων ικανοτήτων και δεξιοτήτων που απαιτούνται για την εργασιακή ένταξη στην καπιταλιστική οικονοµία στο έδαφος της ανάπτυξης νέων µέσων παραγωγής, αλλά και για τη διαιώνιση της αστικής ιδεολογικής κυριαρχίας.

β) Η πιο στενή σύνδεση των εκπαιδευτικών δοµών µε τις ανάγκες του κεφαλαίου, η οποία εξυπηρετείται και από την επίκληση της αυτόνοµης και διαφοροποιηµένης λειτουργίας τους. Αυτή η προοπτική αγγίζει ιδιαίτερα τις δοµές Επαγγελµατικής Εκπαίδευσης και κυρίως τα Πανεπιστήµια.

γ) Η επιτάχυνση των διαδικασιών αξιολόγησης και πιστοποίησης του συνόλου του εκπαιδευτικού έργου υπό το πρίσµα της πιο αποδοτικής λειτουργίας τους για την αναπαραγωγή της καπιταλιστικής κοινωνίας στο σύνολό της.

Τόσο στα χρόνια της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ όσο και επί της ΝΔ ξεδιπλώθηκαν µια σειρά από αλλαγές σε συνθήκες σηµαντικής περιστολής δαπανών λόγω της εξέλιξης της καπιταλιστικής κρίσης, ενώ και στη φάση της αναιµικής καπιταλιστικής ανάκαµψης (2016 – 2019), πριν από τη νέα φάση της οικονοµικής επιδείνωσης, οι δαπάνες για την Παιδεία έχουν παγιωθεί σε ένα επίπεδο που στην πραγµατικότητα επιδεινώνει την κατάσταση. Οι εκσυγχρονισµοί που επιχείρησαν όλες οι αστικές κυβερνήσεις δεν απαντούν στις νέες προκλήσεις της γνώσης, της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάµεων που απαιτούν υψηλό γενικό µορφωτικό επίπεδο καθώς και δεξιότητες στη χρησιµοποίηση υπερσύγχρονων τεχνολογικών µέσων. Επιδιώκουν να προσαρµόσουν τη γενική εκπαίδευση στις σύγχρονες ανάγκες του καπιταλισµού, σε βάρος της γενικής µόρφωσης.

Φυσικά, η εκάστοτε κυβερνητική πολιτική έχει την ιδιαιτερότητά της, προβάλλει τις δικές της ιεραρχήσεις και προτεραιότητες, αξιοποιεί και προτάσσει και στο επίπεδο της προπαγάνδας συµβολικές έννοιες για να επιτύχει συναινέσεις, ανάλογα µε το στίγµα που επιδιώκει να δώσει, στο πλαίσιο του συνολικού αστικού πολιτικού σκηνικού σε κάθε χώρα. Ιδιαίτερα στην Εκπαίδευση στη χώρα µας, αυτή η προσπάθεια ανάµεσα στα δύο βασικά κυβερνητικά αστικά κόµµατα του σηµερινού αστικού πολιτικού συστήµατος, τη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ, πέρα από την επιδίωξη ανάδειξης πλαστών ή και δευτερευόντων πολιτικών διαχωρισµών, συνδέεται και µε την παρέµβαση του ΚΚΕ και της ΚΝΕ που αναδεικνύει την ενιαία στρατηγική των αστικών κυβερνήσεων στην Παιδεία και θέτει αιτήµατα και στόχους πάλης που προτάσσουν τις σύγχρονες πραγµατικές κοινωνικές ανάγκες ενάντια στις εκάστοτε αντιδραστικές εκπαιδευτικές αλλαγές.

 

  1. Η ιδεολογική παρέµβαση στη νεολαία είναι στοιχείο της στρατηγικής της αστικής τάξης. Δεν αφορά µόνο την ιδεολογική στήριξη στις αστικές εκπαιδευτικές µεταρρυθµίσεις, µε την επίκληση µιας σειράς εννοιών όπως αριστεία, ανταγωνιστικότητα, ισότητα, σύνδεση µε την αγορά εργασίας κ.ά. Κυρίως έχει συνολικότερο και µακρόπνοο σχεδιασµό, έναν εκσυγχρονισµό στη σχέση εκπαίδευσης – παραγωγής που στοχεύει και σε πολύ µικρές ηλικίες.

Πέρα από τις γενικές – βασικές ιδεολογικές θέσεις (αιτιολόγηση της αιωνιότητας των αστικών εκµεταλλευτικών σχέσεων, εξύµνηση και εξωραϊσµός της αστικής δηµοκρατίας, «πρωτοβουλία και επιχειρηµατικότητα», αστική αντίληψη για την τυπική ισότητα κι ελευθερία, απόκρυψη του ταξικού χαρακτήρα της οικονοµίας), προβάλλονται και κοινωνικές ικανότητες ως ιδιότητα «του Ευρωπαίου πολίτη», η «πολιτισµική συνείδηση», θέσεις όπως ότι «ο καπιταλισµός είναι ο καλύτερος δυνατός παρ’ όλες τις αδικίες του», «δεν µπορούµε να υπερβούµε την ανισότητα η οποία, είτε εγγενής και φυσική είτε κοινωνική, είναι ανυπέρβλητη» κ.ά. Αναπτύσσεται η επιχειρηµατολογία για τις δυνατότητες αυτορρύθµισης του καπιταλισµού, βελτιώσεων και µεταρρυθµίσεών του, µε σκοπό να τεθούν εµπόδια στη συνάντηση του προβληµατισµού και των αδιεξόδων των νέων µε την προοπτική της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισµού. Γι’ αυτό ιδιαίτερη στόχευση αποτελεί ο αντικοµµουνισµός, ο οποίος είναι κεντρική κρατική πολιτική που µεθοδεύεται και χρηµατοδοτείται σε ευρωενωσιακό επίπεδο. Αιχµές είναι η διαστρέβλωση και αναθεώρηση της Ιστορίας, ειδικά γύρω από το Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο και τον ρόλο της ΕΣΣΔ, η εξίσωση του φασισµού µε τον κοµµουνισµό, η καταδίκη της επαναστατικής βίας και η ταύτισή της µε την τροµοκρατία και τον εξτρεµισµό, η θεωρία των δύο άκρων κ.ά.

 

  1. Επιβεβαιώνεται ότι η ιδεολογική δουλειά αποτελεί αναγκαίο όρο για την πιο πλατιά δουλειά µε τη στρατηγική και το Πρόγραµµα του Κόµµατος ειδικά στη νεολαία, αλλά και για τη διαπάλη στο µαθητικό και φοιτητικό κίνηµα.

Από το 20ό Συνέδριο το Κόµµα προχώρησε σε µια σειρά από επεξεργασίες που προωθούν και εκλαϊκεύουν παραπέρα τις θέσεις µας κατά ηλικίες και βαθµίδες εκπαίδευσης µε άξονα τις σύγχρονες δυνατότητες και ανάγκες.

Συνεχίστηκε η διαφωτιστική δουλειά σχετικά µε τη θέση µας για το ενιαίο δωδεκάχρονο σχολείο σύγχρονης γενικής παιδείας.

Δηµοσιοποιήθηκε η θέση του Κόµµατος για την Προσχολική Αγωγή, που αποτελεί δηµιουργική εξειδίκευση της θέσης µας για την ευθύνη του σοσιαλισµού στη διαπαιδαγώγηση και συνολική ανάπτυξη των παιδιών της προσχολικής ηλικίας.

Δηµοσιοποιήθηκε επίσης η θέση του Κόµµατος για την ανώτατη επιστηµονική εκπαίδευση.

Προχωρήσαµε σε επεξεργασίες της αντίληψής µας για την επαγγελµατική εκπαίδευση και κατάρτιση.

Το επόµενο διάστηµα, το βασικό καθήκον του Κόµµατος στους χώρους της Εκπαίδευσης είναι η ενίσχυση της ιδεολογικής – µορφωτικής προσπάθειας µε επίκεντρο την εκλαΐκευση της πρότασης του Κόµµατος για την Παιδεία, την εργασία, την Υγεία, το σύνολο των κοινωνικών αναγκών στον σοσιαλισµό, την αποκάλυψη του αστικού επιχειρήµατος περί της «ουδετερότητας» της επιστήµης, την ανάδειξη των σύγχρονων δυνατοτήτων των παραγωγικών δυνάµεων, πρώτα απ’ όλα του ανθρώπου, που ο καπιταλισµός περιορίζει. Να ανοίξει σε όλες τις βαθµίδες συζήτηση και δράση στη βάση της ενότητας σχολείο – ιδεολογία, παιδεία – οικονοµία – κοινωνία, δηλαδή µε τη στρατηγική του Κόµµατος. Αξιοποιώντας τις επεξεργασίες και τις εκδόσεις µας να φωτίσουµε το κύριο: Η νεολαία µπορεί να διεκδικήσει το µέλλον της, τα δικαιώµατά της, µόνο αν δει ποιοι και γιατί της τα στερούν, πώς και µε ποιους µπορεί να τα κατακτήσει.

Στο έδαφος της κοινωνικοποίησης των συγκεντρωµένων µέσων παραγωγής, της κατάργησης της καπιταλιστικής εκµετάλλευσης, του επιστηµονικού κεντρικού σχεδιασµού, µπορεί να προσδιοριστεί η πληθώρα των ειδικοτήτων που χρειάζονται, ώστε να βρίσκουν αµέσως δουλειά οι νέοι µετά το πτυχίο, πάνω στο αντικείµενο που έχουν σπουδάσει. Είναι η κοινωνία που εξασφαλίζει την όσο το δυνατό πιο ελεύθερη επιλογή σπουδών, ώστε υπολογίζοντας τα ατοµικά ενδιαφέροντα, αυτά να ικανοποιούνται µε δηµιουργική εργασία προς όφελος των αναγκών της πλειοψηφίας.

 

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΝΕ

ΣΤΙΣ ΜΙΚΡΟΤΕΡΕΣ ΗΛΙΚΙΕΣ ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ

 

  1. Τα προηγούµενα χρόνια η προσπάθεια παρέµβασης Κόµµατος και ΚΝΕ σε µαθητές Γυµνασίων και Λυκείων έφερε ξανά στο προσκήνιο τις δυσκολίες που απορρέουν από τη συστηµατική και σε βάθος διαπαιδαγώγηση, τη διαµόρφωση συνείδησης στη νέα γενιά από την πλευρά του συστήµατος, που ξεκινά σε όλο και µικρότερες ηλικίες. Τα τελευταία χρόνια, µάλιστα, η παρέµβαση της καπιταλιστικής εξουσίας έχει ενταθεί µε διάφορα µέσα. Έχουν πολλαπλασιαστεί µια σειρά από στοχευµένες δραστηριότητες, πολύ προσεκτικά δουλεµένες µε τη µορφή παιχνιδιού, σεµιναρίων κ.ά. Ξεχωρίζει ο ρόλος του σχολείου µε τις κυρίαρχες παιδαγωγικές αντιλήψεις και το περιεχόµενο των σχολικών βιβλίων, που συµπληρώνονται από προγράµµατα της ΕΕ, ξένων πρεσβειών, δήµων, της Εκκλησίας (κατηχητικό) καθώς και άλλων µηχανισµών όπως των προσκόπων ή µέσω διαδικτύου, ΜΚΔ, τηλεόρασης κ.ά.

Για την αντιµετώπιση συγκροτήθηκε η Διατµηµατική Επιτροπή της ΚΕ για τις µικρότερες ηλικίες της νεολαίας µε στόχο να παρέµβουµε συλλογικά ως Κόµµα στη διαπαιδαγώγηση παιδιών µικρότερων ηλικιών, δηλαδή πριν από την ηλικία ένταξης στην ΚΝΕ που µε βάση το Καταστατικό της είναι τα 14 έτη. Στο διάστηµα που µεσολάβησε από το προηγούµενο Συνέδριο, το βάρος δόθηκε, από τη µία, στη συνειδητοποίηση απ’ όλο το κοµµατικό δυναµικό της αναγκαιότητας αυτής της παρέµβασης και από την άλλη, στον καθορισµό του περιεχοµένου της, στόχος που επιτεύχθηκε µέσα από την επεξεργασία του διµηνιαίου περιοδικού για παιδιά «Κόκκινο Αερόστατο», εκδόσεις, δραστηριότητες στο επίπεδο των εδαφικών Οργανώσεων, αλλά και κεντρικές πρωτοβουλίες (παιδική κατασκήνωση, χώροι σε Φεστιβάλ κ.ά.) µε σκοπό την ενασχόληση των παιδιών µε τα θέµατα του περιοδικού, τη διαπαιδαγώγησή τους µε τις προοδευτικές, ριζοσπαστικές αξίες και ιδανικά. Αναγνωρίζουµε και αξιοποιούµε τη δύναµη της οµάδας συνοµηλίκων και του νεαρού προτύπου που στη φάση της προεφηβείας κι εφηβείας διαδραµατίζουν πλέον πολύ δυναµικό ρόλο.

Για το επόµενο διάστηµα, στόχος πρέπει να είναι η παρέµβαση στις µικρότερες ηλικίες να γίνει πιο συγκροτηµένη και συστηµατική, να αποκτήσει πιο γερές βάσεις και σταθερά χαρακτηριστικά. Να αγκαλιάσει πολύ περισσότερα παιδιά µέσα από τη λειτουργία οµάδων παιδιών σε δήµους και πόλεις µε τη στήριξη του Κόµµατος και της ΚΝΕ. Να στηριχτούν και να πολλαπλασιαστούν αντίστοιχες πρωτοβουλίες στο επίπεδο του κινήµατος (από εργατικά σωµατεία, συλλόγους γυναικών, την ΕΕΔΥΕ κ.ά.). Να συνεχίσουµε την προσπάθεια εκδόσεων γι’ αυτές τις ηλικίες µε σύγχρονες µορφές διεισδυτικότητας και επεξεργασµένης – προσαρµοσµένης προβολής των µηνυµάτων.

Το σύνολο αυτής της προσπάθειας µπορεί να εκφραστεί µε οργανωτική ανάπτυξη της ΚΝΕ στα Γυµνάσια και µε ποιοτική αναβάθµιση στη λειτουργία και το περιεχόµενο ζωής και δράσης των µαθητικών ΟΒ.

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΝΕ

ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

 

  1. Την περίοδο που µεσολάβησε από το προηγούµενο Συνέδριο σηµειώθηκαν νέα βήµατα στην παρέµβαση του Κόµµατος στον Πολιτισµό. Η πλούσια πολιτιστική δραστηριότητα που συνεχίστηκε µε πιο ανεβασµένους ρυθµούς µέσα από τα Επιστηµονικά Συνέδρια, τα Φεστιβάλ της ΚΝΕ – Οδηγητή, τις µεγάλες καλλιτεχνικές παραγωγές, τις συναυλίες, τα αφιερώµατα, τις εκθέσεις, τους διαγωνισµούς πρωτότυπου καλλιτεχνικού έργου, χαρακτηρίστηκε από υψηλότερη στάθµη και βαθύτερη προσέγγιση του αντικειµένου της Τέχνης από το Κόµµα και την ΚΝΕ. Ο αριθµός των καλλιτεχνών, των διανοουµένων και των άλλων εξειδικευµένων στους τοµείς της Τέχνης ανθρώπων που συµµετείχαν ή συνέβαλαν ενεργητικά σε όλη αυτήν τη δραστηριότητα διευρύνθηκε ποσοτικά και ποιοτικά. Ορισµένες Κοµµατικές Οργανώσεις, αξιοποιώντας την κεντρική πείρα, ανέπτυξαν σε τοπικό επίπεδο αντίστοιχες πρωτοβουλίες µε αξιόλογα αποτελέσµατα.

Η έντονη πολιτιστική δραστηριότητα αυτών των χρόνων, αλλά και οι πρωτοβουλίες που αναπτύσσονται από τις κοµµατικές δυνάµεις στο µαζικό κίνηµα των εργαζοµένων στον Πολιτισµό, πιο εντατικά την τελευταία περίοδο της πανδηµίας, συνέβαλαν στο να αναβαθµιστεί το κύρος του Κόµµατος γενικότερα και ειδικότερα στον χώρο του Πολιτισµού. Με την όλη δράση του, το έµπρακτο ενδιαφέρον του για τα οξυµένα προβλήµατα των καλλιτεχνών και των άλλων εργαζοµένων στον κλάδο και µε την εκτίµηση που τρέφει στην κοινωνική προσφορά τους, το Κόµµα κερδίζει τον σεβασµό τους, δηµιουργώντας το έδαφος για να ξεπεράσουν αναστολές και να προσεγγίσουν την πολιτική του. Η σχέση τους µε την Τέχνη δίνει άλλωστε µια διαφορετική δυναµικότητα στη στάση τους απέναντι στη ζοφερή κοινωνική πραγµατικότητα.

Η συσπείρωση γύρω από το Κόµµα ενός σηµαντικού αριθµού καλλιτεχνών που έχει έως τώρα επιτευχθεί δεν πρέπει ωστόσο να θεωρείται ακόµα ικανοποιητική ούτε και δεδοµένη. Απαιτείται µεγάλη προσπάθεια µε σταθερή συστηµατική πολιτική και ιδεολογική συζήτηση για να διατηρείται και να διευρύνεται αυτή η συσπείρωση, προπαντός για να καλλιεργούνται πολιτικοί και ιδεολογικοί δεσµοί µε νεότερους ταλαντούχους καλλιτέχνες, µια πλευρά στην οποία σηµειώνεται καθυστέρηση.

 

  1. Γενικά διαφαίνεται η τάση να ξεπερνιέται σταδιακά η αντίληψη στις γραµµές µας που –όπως είχε επισηµανθεί στο 20ό Συνέδριο του Κόµµατος– αντιµετωπίζει τον πολιτισµό ως διακοσµητικό στοιχείο της πολιτικής δράσης του. Ο πολιτισµός –ιδιαίτερα η στρατευµένη στα κοµµουνιστικά ιδανικά τέχνη– αρχίζει να αναγνωρίζεται ως ένα ακόµη πεδίο της ταξικής πάλης, ως ένας κρίσιµος τοµέας δράσης του Κόµµατος, ικανός µε τα δικά του µέσα –αισθητικά, καλλιτεχνικά– να εκφράζει και να προωθεί την κοµµουνιστική ιδεολογία και την αναγκαιότητα του σοσιαλισµού – κοµµουνισµού.

Χρειάζεται, ωστόσο, να συνειδητοποιηθεί βαθύτερα πως η σπουδαιότερη λειτουργία της Τέχνης και γενικότερα του Πολιτισµού είναι να συµβάλλει στη διεύρυνση του µορφωτικού ορίζοντα, να συµβάλλει στην πολύπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας, άρα και στην ικανότητα των κοµµουνιστών να κατανοούν και να επιδρούν στην κοινωνική πραγµατικότητα. Τα στοιχεία αυτά είναι απαραίτητα για να κατακτούν το ρόλο τους ως επαναστατική πολιτική πρωτοπορία.

Οι αναξιοποίητες ακόµη δυνατότητες στον χώρο του Πολιτισµού για την ανάπτυξη της πολιτικής παρέµβασης του Κόµµατος θέτουν ακόµη πιο επιτακτικά την ανάγκη να ξεπεραστεί η µεγάλη ανοµοιοµορφία ανάµεσα στις Κοµµατικές Οργανώσεις ως προς το επίπεδο οργάνωσης της πολιτιστικής δουλειάς, µε τη συγκρότηση επιτροπών πολιτισµού σε όλες τις Οργανώσεις Περιοχής και κοµµατικών οργανώσεων καλλιτεχνών στις µεγαλύτερες τουλάχιστον πόλεις, τη συστηµατική παρακολούθηση του τοµέα, τη µεγαλύτερη εξοικείωση µε το αντικείµενο της Τέχνης, τη σταθερή πολιτιστική δραστηριότητα.

 

  1. Παρά τα όποια επιτεύγµατα στην πολιτιστική δουλειά του Κόµµατος, υπάρχει ακόµη µεγάλη απόσταση από το να κατακτηθούν η γνώση και η ικανότητα αντιπαράθεσης µε σύγχρονες αστικές θεωρίες γύρω από το περιεχόµενο Της τέχνης, που καλλιεργούνται συστηµατικά και µε διάθεση µεγάλων κονδυλίων µέσα από ένα πλέγµα κρατικών οργανισµών, ιδρυµάτων των επιχειρηµατικών οµίλων και πανεπιστηµίων, επιδρώντας σοβαρά στις νεότερες και µε περισσότερα µορφωτικά εφόδια γενιές των καλλιτεχνών.

Το κεντρικό και πιο επικίνδυνο χαρακτηριστικό αυτών των θεωριών είναι ότι σύνθετα κοινωνικά ζητήµατα, όπως η βία κατά των γυναικών, η «ταυτότητα φύλου», ο ρατσισµός κ.ά., παρουσιάζονται µε όρους ατοµικών δικαιωµάτων. Έτσι, υποβαθµίζεται και η ανάγκη προστασίας των θυµάτων κάθε είδους βίας, ρατσισµού, αποξένωσης, λόγω φύλου, θρησκείας, σεξουαλικού προσανατολισµού κ.λπ.

Γίνεται φανερό ότι απαιτείται να ενταθεί η µελετητική προσπάθεια για την επεξεργασία θεωρητικών ζητηµάτων της σύγχρονης Τέχνης και λογοτεχνίας µε συντονισµό και της εργασίας υποψήφιων διδακτόρων σε ανάλογη θεµατολογία. Θεµελιακός παράγοντας για να εδραιωθεί και να ενισχυθεί η παρέµβαση του Κόµµατος στον Πολιτισµό είναι η ανάπτυξη µιας νέας γενιάς καλλιτεχνών – δηµιουργών και επιστηµόνων στο χώρο της Τέχνης, που µαζί µε το ταλέντο και τη γνώση των εργαλείων της Τέχνης τους θα διαθέτουν µαρξιστική κατάρτιση, ως καθοριστική προϋπόθεση για τη δηµιουργία πρωτοπόρου καλλιτεχνικού έργου µε υψηλή αισθητική αξία. Πρόκειται για έναν δύσκολο στόχο που, ειδικά στις σηµερινές αντεπαναστατικές συνθήκες µεγάλης υποχώρησης του κοµµουνιστικού κινήµατος, δεν επιτρέπεται να αφεθεί στην τύχη. Απαιτεί επίµονη και µακρόπνοη προσπάθεια, που παρότι τα αποτελέσµατά της δεν θα φανούν άµεσα, θα αποδειχτεί πολύτιµη στην πάλη για τον επαναστατικό µετασχηµατισµό της κοινωνίας.

 

 

 

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ

ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΠΟΛΥ ΔΥΣΚΟΛΟ ΚΑΘΗΚΟΝ

 

  1. Αυτά τα χρόνια έχουµε καταφέρει να αποκτήσουµε επαφή µε δεκάδες βιοµηχανικές και άλλες επιχειρήσεις, κατά περιοχή και κατά κλάδο. Είναι οι χώροι στους οποίους παλεύουµε µε επιµονή και σχέδιο για την οικοδόµηση ΚΟΒ και ΟΒ. Έγινε προσπάθεια τα καθοδηγητικά όργανα, όλες οι κοµµατικές δυνάµεις, ανεξαρτήτως τοµέα δουλειάς και χρέωσης, να ανασκουµπωθούνν παλεύοντας σε αυτήν την κατεύθυνση, µε χρέωση και άλλων δυνάµεων, µε ανάλογη διάταξη, όπου χρειαζόταν, µε συγκεκριµένη και ζωντανή βοήθεια από την ΚΕ, τα άλλα καθοδηγητικά όργανα, µε αξιοποίηση οπαδών και άλλα µέτρα.

Ωστόσο, δεν υπήρξε πάντα και παντού ολόπλευρη προσήλωση σε αυτόν τον στόχο, έτσι ώστε να µετρήσουµε χειροπιαστά και σοβαρά αποτελέσµατα µέχρι σήµερα. Πρέπει να εκτιµήσουµε ότι δεν ανταποκρίθηκαν καθοδηγητικά όργανα και ΚΟΒ µε συνέπεια και επάρκεια σε αυτό το κεντρικό καθήκον σε όλες τις περιπτώσεις.

Αναµφίβολα, η ισχυροποίηση του Κόµµατος και ο συστηµατικός έλεγχος της πορείας της αποτελούν µόνιµο καθήκον για ένα επαναστατικό, εργατικό, κοµµουνιστικό κόµµα.

 

  1. Στην περίοδο έως το 22ο Συνέδριο παραµένει το καθήκον της ανανέωσης των κοµµατικών δυνάµεων, της διεύρυνσής τους µε ταξικά κριτήρια, της ανάπτυξης της ΚΝΕ και πάνω απ’ όλα του κοµµουνιστικού ατσαλώµατος µελών και στελεχών του Κόµµατος και της ΚΝΕ. Προϋπόθεση γι’ αυτό το καθήκον είναι η σε βάθος και έκταση ενίσχυση του ιδεολογικού στοιχείου στην εσωκοµµατική και ΚΝίτικη λειτουργία, από τα ανώτερα όργανα έως τις ΚΟΒ και τις ΟΒ, των ιδεολογικοπολιτικών δεσµών ΚΟΒ και ΟΒ µε τον περίγυρό τους, µε τους συναγωνιστές στα διάφορα κινήµατα και µέτωπα πάλης.

Πρόκειται για καθήκον πολύ σύνθετο, εποµένως και δύσκολο στην υλοποίησή του, που προσκρούει σε παλιούς και νέους ανασταλτικούς παράγοντες όπως:

– Την πολύ παλιά απόσπαση της πνευµατικής από την πρακτική εργασία, αλλά και τις νέες δυσκολίες που προκύπτουν πλέον από τις εκτεταµένες εφαρµογές της Πληροφορικής στην ταχεία και συνοπτική πληροφόρηση, ο εθισµός στην οποία µειώνει την εκπαίδευση και την ικανότητα στη µελέτη, περιορίζει την ανάπτυξη κριτικής σκέψης και αντίστοιχης δράσης.

– Την επιδείνωση των ωραρίων εργασίας, την αστάθειά τους. Τη µορφή της τηλεργασίας από το σπίτι.

– Τον περιορισµό της στήριξης των νέων γονιών από τις γιαγιάδες και τους παππούδες λόγω της παράτασης του ορίου συνταξιοδότησης, σε συνδυασµό µε την αύξηση των εργαζόµενων γυναικών. Το πρόβληµα αυτό υπάρχει και φυσικά επιτείνεται γιατί το ανεπαρκές και υποβαθµιζόµενο κοινωνικό σύστηµα στήριξης καθιστά ατοµική – οικογενειακή υπόθεση τη φροντίδα των παιδιών, των υπερηλίκων και ΑµεΑ.

– Τη σχεδιασµένη δουλειά του εργοδοτικού και κρατικού µηχανισµού για να θέσει εµπόδια στην επαφή των εργαζοµένων και της νεολαίας µε την ιδεολογία και πολιτική του ΚΚΕ αλλά και τη δράση του εργατικού – λαϊκού κινήµατος.

 

  1. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ισχυροποίηση του Κόµµατος είναι η διεύρυνση των οργανωµένων δυνάµεών του σε µαζικούς εργασιακούς χώρους, σε όλους τους κλάδους µισθωτής εργασίας, αλλά και σε αυτοαπασχολούµενους της πόλης και της υπαίθρου. Την περίοδο εορτασµού των 100 χρόνων του Κόµµατος καταφέραµε να αναπληρώσουµε απώλειες που είχαµε προηγούµενα χρόνια κι έχουµε µια σχετική αύξηση των δυνάµεών µας. Αυτή η θετική µεταβολή, παρόλο που είναι πίσω από τις δυνατότητες, έγινε σε µια περίοδο έντονων πολιτικών εξελίξεων, πιέσεων και αυταπατών που καλλιεργήθηκαν πλατιά στις λαϊκές δυνάµεις σε συνδυασµό µε την ηττοπάθεια. Όµως τα µικρά βήµατα που έγιναν στην οργανωτική ανάπτυξη του Κόµµατος, στη βελτίωση της εργατικής του σύνθεσης, συνολικά στην κοµµατική οικοδόµηση σε εργοστάσια, µεγάλες επιχειρήσεις, νοσοκοµεία, δεν αντιστοιχούν στη βαρύτητα που έχουν για την ανασύνταξη του εργατικού κινήµατος, ειδικά στις σηµερινές συνθήκες υποχώρησης του κινήµατος και της πίεσης για ενσωµάτωση µεγάλων τµηµάτων της εργατικής τάξης.

Παρά τον καλύτερο προσανατολισµό που φαίνεται να κατακτούν οι περισσότερες κοµµατικές Οργανώσεις Περιοχής στον ειδικό στόχο να αναπτυχθεί το Κόµµα στη Βιοµηχανία και τους κλάδους στρατηγικής σηµασίας, τα βήµατα που έγιναν αλλά και τα αποτελέσµατα είναι ακόµα µικρά. Έχουµε επαφές σε περισσότερους χώρους δουλειάς, αλλά δεν έχει σταθεροποιηθεί παντού η συνδυασµένη και στοχοπροσηλωµένη δουλειά, η αξιοποίηση αυτών των επαφών µε κοινό σχέδιο παρέµβασης των κοµµατικών οµάδων των συνδικάτων, οµάδων δουλειάς κλαδικών και εδαφικών ΚΟΒ. Καλύτερες προϋποθέσεις παρέµβασης και ανάπτυξης του Κόµµατος δηµιουργήθηκαν εκεί που µελετήσαµε καλά το χώρο, εξασφαλίσαµε σχεδιασµένο πολιτικό άνοιγµα, ιδεολογική ζύµωση, επεξεργασία πλαισίου πάλης για να στηρίζεται η παρέµβαση, ανανεώσαµε δεσµούς, δουλέψαµε πολύµορφα, αξιοποιώντας εφεδρείες και δεν ανακυκλωνόµασταν στα ίδια. Αποδείχτηκε ότι χωρίς µια συστηµατική ιδεολογική, πολύπλευρη δουλειά που είναι απαραίτητη υποδοµή, δεν µπορούν να γίνουν ουσιαστικά βήµατα στην κοµµατική οικοδόµηση.

Έχουµε πληθώρα µελών του Κόµµατος και της ΚΝΕ που, αξιοποιώντας τις ιστορικές παρακαταθήκες του Κόµµατός µας όλα αυτά τα χρόνια µέσα σε δύσκολες συνθήκες, δίνουν πρωτοπόρα µάχη στους τόπους δουλειάς. Αυτή η µαχητική πολιτική και συνδικαλιστική πρωτοπορία µπορεί να διευρυνθεί και να βοηθήσει, ώστε οι προϋποθέσεις που έχουν διαµορφωθεί σε εκατοντάδες χώρους δουλειάς να φέρουν πιο συγκεκριµένα αποτελέσµατα στην κοµµατική οικοδόµηση.

Οι κλαδικές ΚΟΒ που διαθέτουµε να προσανατολιστούν καλύτερα, ώστε να διαµορφώνουν υποδοµή οικοδόµησης ΚΟΒ εκεί καταρχάς που έχουµε ορισµένες δυνάµεις ή έστω ενεργούς οπαδούς και ο αριθµός των εργαζοµένων το ευνοεί. Μπορούµε να επεξεργαστούµε πιο συγκεκριµένα το σχέδιο οικοδόµησης στο επίπεδο της επιχείρησης, της µονοπωλιακής µονάδας, στο νοσοκοµείο, στον συγκεκριµένο κάθε φορά χώρο δουλειάς, όπου η υποδοµή που έχουµε µπορεί να εξελιχτεί σε πυρήνα ικανού αριθµού µελών για τη δηµιουργία ΚΟΒ. Αυτό απαιτεί συγκεκριµενοποίηση και επιµονή στον προσανατολισµό των καθοδηγητικών οργάνων, των ΚΟΒ, όλων των δυνάµεων, µε βοήθεια και στήριξη στους συντρόφους που δουλεύουν σε αυτές τις επιχειρήσεις. Επιδιώκουµε τη διαµόρφωση προϋποθέσεων µε τη δηµιουργία καταρχάς κοµµατικών πυρήνων, µε στόχο τη δηµιουργία τµηµάτων σε κλαδικές ή επιχειρησιακές ΚΟΒ, που η καθοδήγησή τους έχει µεγάλες απαιτήσεις, ώστε να είναι ουσιαστική και συγκεκριµένη η συζήτηση για την κατάσταση µέσα στο χώρο δουλειάς, τα συγκεκριµένα ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά µέτρα που απαιτούνται. Την ίδια στιγµή χρειάζεται προσοχή ώστε να µην περιορίζεται η επιχειρησιακή ΚΟΒ στον «µικρόκοσµο» του χώρου που, όσο σηµαντικός και να είναι, µπορεί να οδηγεί σε µια ορισµένη «στενότητα», σε περιορισµένο ορίζοντα συζήτησης και δράσης, ενδεχοµένως και σε µια «συνδικαλιστικοποίηση». Άρα η καθοδήγηση χρειάζεται να µεριµνά, ώστε να εµπλουτίζονται η λειτουργία και η δράση των ΚΟΒ, στερεωµένες στη θεωρία µας, στα ιστορικά συµπεράσµατα, στην ιδεολογική υπεροχή των θέσεών µας, µε τις γενικότερες εξελίξεις του κλάδου, του χώρου, της περιοχής.

Οι κλαδικές ΚΟΒ που έχουν κοµµατικά µέλη σε αρκετούς χώρους δουλειάς να µην περιορίζονται σε µια γενική συζήτηση και στόχευση γενικά στον κλάδο, αλλά να µπορούν να επικεντρώνουν στους συγκεκριµένους και κυριότερους χώρους της ευθύνης τους. Να τους απασχολεί η διαπάλη σε αυτούς τους χώρους, η δράση των άλλων δυνάµεων, η καθοδήγηση των κοµµατικών πυρήνων στις επιχειρήσεις µε στόχο την οικοδόµηση ΚΟΒ. Να διαµορφώνουν υποδοµή και να προσανατολίζονται έγκαιρα στους παράγοντες που παίζουν σηµαντικό ρόλο στον κλάδο, στον όµιλο, στην επιχείρηση. Οι ΚΟΒ να διαµορφώνονται µε βασικό κριτήριο το πού είναι κυρίως συγκεντρωµένη η παραγωγή, η κύρια µάζα των εργατών και η σύνθεσή τους να διευκολύνει στην υλοποίηση της δράσης, παίρνοντας υπόψη όλες τις παραµέτρους, όπως αποστάσεις, βάρδιες κ.λπ.

Στη διαµόρφωση της σύνθεσης των κλαδικών ΚΟΒ πρέπει να υπάρχει σαφήνεια του χώρου ευθύνης. Να µη γίνεται τυπική µεταφορά της πείρας µεγάλων αστικών κέντρων, που οι αποστάσεις και οι χώροι είναι πιο συγκεντρωµένοι, σε περιοχές πιο περιφερειακές και αποµακρυσµένες, κάτι που οδηγεί σε κατακερµατισµό δυνάµεων και έλλειψη αποτελεσµατικότητας. Να αποφεύγουµε τις ΚΟΒ οι οποίες καλύπτουν πολλούς κλάδους, ακόµη και αν για λόγους υπαρχουσών δυνάµεων είναι προσωρινά αναγκαίο, να µπαίνουν στόχοι καλύτερης διάταξης.

Στις κλαδικές όπως και στις εδαφικές ΚΟΒ πρέπει να υπάρχει φροντίδα, ώστε να περνάει η αναγκαιότητα και οργάνωση µε πρακτικό τρόπο της δράσης τους για την κοινωνική συµµαχία.

Συγκεντρώνουµε την προσοχή µας στους βιοµηχανικούς κλάδους, σε επιχειρήσεις Ενέργειας, Μετάλλου, Τροφίµων, Φαρµάκου, χηµικής βιοµηχανίας, στις Μεταφορές, στις Κατασκευές, στην Πληροφορική, στις Τηλεπικοινωνίες. Επίσης, στα µεγάλα εµπορικά και ξενοδοχειακά κέντρα, στον Επισιτισµό, στα Νοσοκοµεία, στους χώρους της Εκπαίδευσης (σχολεία – πανεπιστήµια), στις τράπεζες, στους ΟΤΑ.

Η πείρα δείχνει πως για την οικοδόµηση ΚΟΒ, ιδιαίτερα σε µεγάλους µονοπωλιακούς οµίλους, µεγάλα εργοστάσια κι επιχειρήσεις, χρειάζεται η χρέωση κατάλληλων στελεχών, επιτελείο δουλειάς που θα σχεδιάζει, οργανώνει και ελέγχει την πορεία της όλης προσπάθειας.

 

 

 

ΕΙΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ Η ΚΑΛΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ, ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΣΤΙΣ ΚΛΑΔΙΚΕΣ ΚΑΙ

ΕΔΑΦΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ

 

  1. Στο επίπεδο των Τοµεακών Οργανώσεων να αντιµετωπίσουµε πιο αποφασιστικά αδυναµίες που συνεχίζουν να υπάρχουν στη διάταξη των κοµµατικών δυνάµεων και αντανακλούν στη µη ολοκληρωµένη καθοδήγησή τους. Αυτές σχετίζονται µε κλαδικές ΚΟΒ που η σύνθεσή τους δεν αντιστοιχεί στον χώρο ευθύνης τους, απαρτίζονται από συντρόφους πολλών και ανοµοιογενών κλάδων ή κλαδικές ΚΟΒ σε επίπεδο µεγάλης εδαφικής περιφέρειας µε µεγάλες αποστάσεις που δυσκολεύει τη λειτουργία τους. Επίσης κλαδικές ΚΟΒ οι οποίες έχουν πολύ λίγα µέλη για το τµήµα του κλάδου που έχουν ευθύνη, αρκετές φορές χωρίς σαφήνεια στόχων παρέµβασης και οικοδόµησης σε συγκεκριµένες επιχειρήσεις, αλλά και εδαφικές ΚΟΒ που δυσκολεύονται λόγω σύνθεσης και ανεπαρκούς προσανατολισµού να παρέµβουν µε κοινωνικοταξικά κριτήρια στον χώρο ευθύνης τους.

Μπροστά στις Συνδιασκέψεις να επεξεργαστούµε πιο ολοκληρωµένα πώς γίνεται η διάταξη µε επίκεντρο τον κλάδο και τον χώρο δουλειάς. Απαιτείται από τα καθοδηγητικά όργανα σαφήνεια στόχων, να πάρουν υπόψη όλα τα δεδοµένα στην υλοποίηση της κύριας κατεύθυνσης για συγκρότηση κλαδικών και επιχειρησιακών ΚΟΒ. Σε αυτήν την επιδίωξη να ενταχθούν και εδαφικές ΚΟΒ, κρατώντας δραστήριες δυνάµεις που µπορούν να παίξουν τέτοιο ρόλο.

Το ζήτηµα της οικοδόµησης κοµµατικών πυρήνων σε εργασιακούς χώρους απαιτεί συντονισµένη προσπάθεια κοµµατικών δυνάµεων, και από µέσα και απέξω στον κάθε χώρο – στόχο, προσπάθεια πολύπλευρης προσέγγισης από µαζικές οργανώσεις, έτσι ώστε να µετριαστεί η δυσκολία λόγω, π.χ., έλλειψης παραδοσιακής ή άλλης ρίζας (συγγενικής, φιλικής κ.ο.κ.) σύνδεσης µε το Κόµµα, µε το οργανωµένο κίνηµα. Μπορεί να συµβάλει η διατοµεακή συνεργασία κλαδικών κι εδαφικών Οργανώσεων για να τροφοδοτεί µε πείρα, στοιχεία, συµπεράσµατα, να ενισχύει τον προσανατολισµό δουλειάς µε κοινωνικοταξικά κριτήρια. Πιο διακριτή είναι η βελτίωση της δουλειάς εδαφικών ΚΟΒ όπου σταθεροποιείται ο εδαφοπαραγωγικός προσανατολισµός, ο σχεδιασµός και η δράση για τα εργατικά και λαϊκά προβλήµατα, η διάταξη δυνάµεων για δουλειά στην εργατική τάξη, στους αυτοαπασχολούµενους, στις γυναίκες, στη νεολαία.

 

  1. Έχουµε διαµορφώσει οργανωτική υποδοµή για να δουλέψουµε πιο συγκεκριµένα µέτρα για την οικοδόµηση του Κόµµατος σε µια σειρά από σηµαντικούς για την υπόθεσή µας µεγάλους εργασιακούς χώρους, αναπτυσσόµενους κλάδους, σε βιοµηχανικές ζώνες.

Πιο απαιτητικό θέµα είναι η διάταξη σε µεγάλους κλάδους µε ξεχωριστές Τοµεακές Οργανώσεις, η παρέµβαση σε οµίλους, σε περιοχές µε µεγάλη συγκέντρωση εργατικού δυναµικού. Χρειάζεται καλή προετοιµασία γιατί µπορεί να ξεκινάµε µε σωστή αφετηρία και να κάνουµε ζηµιά φτιάχνοντας αδύναµα σχήµατα. Υπάρχουν κλάδοι της οικονοµίας που αποκτούν ιδιαίτερο βάρος στη συνολικότερη πορεία της ή που συγκεντρώνουν τα πιο πολυάριθµα τµήµατα των εργαζοµένων και απαιτούν ενιαία και συνεχή παρακολούθηση στην εξέλιξή τους, στη δοµή τους: Ενέργεια, Πληροφορική, Τηλεπικοινωνίες, Μέταλλο, Μεταφορές και πιο ειδικά αεροµεταφορές, ναυπηγεία, ακτοπλοΐα, αστικές συγκοινωνίες, Τρόφιµα αλλά και Εµπόριο, Επισιτισµός, Τουρισµός, Εκπαίδευση, Υγεία κ.λπ.

Να µελετήσουµε τη δυνατότητα και τη χρησιµότητα για τη δηµιουργία νέων κλαδικών Τοµεακών ή Κοµµατικών Επιτροπών στο πλαίσιο κλαδικών Τοµεακών Οργανώσεων για να προετοιµαστεί µια τέτοια προοπτική. Το ζήτηµα αφορά κυρίως τα µεγάλα αστικά κέντρα, παίρνοντας υπόψη τη συνολική πορεία της οικονοµίας, της παραγωγικής δραστηριότητας, της σηµασίας του κλάδου στην παραγωγή, την πρόοδο στους στόχους οικοδόµησης – στρατολογίας, της ύπαρξης ενός ικανού πυρήνα στελεχών. Υπάρχει τέτοια πείρα που µπορεί να αξιοποιηθεί.

Στο πλαίσιο αυτό χρειάζεται να συγκεντρωθεί ακόµη περισσότερο η προσοχή µας στη διαµόρφωση προϋποθέσεων για την παρέµβαση σε ορισµένους πολύ σηµαντικούς µονοπωλιακούς οµίλους, για τη δηµιουργία Κοµµατικών Οργανώσεων. Αυτό προϋποθέτει συγκεκριµένη αναλυτική συζήτηση µε στοιχεία (αριθµός εργαζοµένων, επιχειρηµατική παραγωγική δραστηριότητα, βαθµός εκµετάλλευσης, σύµφυση του κεφαλαίου σε άλλους τοµείς εκτός από τους «κύριους», πολιτική προσλήψεων, δράση του εργοδότη στην ευρύτερη τοπική κοινωνία και πώς αυτό επιδρά, συνδικαλιστική οργάνωση κ.λπ.). Να συνδυαστεί µε σχέδιο παρέµβασης και διάταξης δυνάµεων σε εταιρείες που έχουν επιχειρήσεις σε διαφορετικούς νοµούς στην ίδια περιοχή. Να δοκιµάσουµε και την πιο ενιαία παρέµβαση σε έναν όµιλο που δραστηριοποιείται σε πολλούς τοµείς και κλάδους, π.χ. εργοστάσια τροφίµων που ο ίδιος εργοδότης έχει και το «εµπορικό» ή το «επισιτιστικό» κοµµάτι κ.λπ. Άρα απαιτείται διακλαδική συνεργασία, στενή παρακολούθηση των εξελίξεων, κοινές συσκέψεις και άλλες µορφές.

Παρακολουθώντας την εξέλιξη της καπιταλιστικής δραστηριότητας, να µας απασχολεί σταθερά η κάλυψη της πολιτικής και µαζικής δράσης σε µεγάλες βιοµηχανικές ζώνες, ειδικά σε περιοχές που συγκεντρώνονται δίπλα σε µεγάλα αστικά κέντρα, σε Αττική, Κόρινθο, Οινόφυτα, Θήβα και Χαλκίδα, καθήκον που δεν µπορεί να λύνεται παντού µε τον ίδιο τρόπο.

 

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

  1. Το 21ο Συνέδριο αποκτά ιδιαίτερη σηµασία, αφού γίνεται σε µια περίοδο κατά την οποία εξελίσσεται η νέα εκδήλωση καπιταλιστικής οικονοµικής κρίσης, δηµιουργούνται κάποιες προϋποθέσεις ανόδου του κινήµατος, αλλά και κίνδυνοι µεγαλύτερου από ό,τι µέχρι σήµερα συνολικού πισωγυρίσµατος.

Επαγρύπνηση κι ετοιµότητα απαιτείται για ενδεχόµενη περίοδο όπου µπορεί να συνυπάρχει η αστάθεια του αστικού πολιτικού συστήµατος, η ένταση των αντιθέσεων µέσα στην Ευρωζώνη και συνολικά την ΕΕ, µε την παραπέρα όξυνση των ενδοϊµπεριαλιστικών ανταγωνισµών και την προσφυγή σε πόλεµο ανάµεσα στις αστικές τάξεις και διάφορα µπλοκ δυνάµεων σε περιφερειακό, ευρωπαϊκό, διεθνές επίπεδο. Όµως και ο ταξικός αντίπαλος προετοιµάζεται, εντείνει την επίθεση, ενισχύει συνολικά τους κρατικούς µηχανισµούς καταστολής καθώς και τους µηχανισµούς της εργοδοσίας ενάντια στο εργατικό – λαϊκό κίνηµα, ενάντια στο Κόµµα.

Οι σηµερινές συνθήκες απαιτούν προγραµµατισµένη, στοχοπροσηλωµένη, συνδυασµένη ιδεολογικοπολιτική και µαζική δράση: Σε νέους κλάδους και τοµείς που εµφανίζουν ανάπτυξη µε βάση τη διάρθρωση της ελληνικής καπιταλιστικής οικονοµίας. Στις νεότερες ηλικίες που εργάζονται µε τις νέες εργασιακές σχέσεις. Στην εξειδίκευση της δράσης µας µε βάση τα γνωρίσµατα και τις ιδιαιτερότητες του κάθε κλάδου, στην εξειδίκευση στις γυναίκες και τη νεολαία.

Η θεωρητική – ιδεολογική θωράκιση όλων των µελών των καθοδηγητικών οργάνων και των Κοµµατικών Οµάδων των µαζικών οργανώσεων αποτελεί βασική προϋπόθεση και για την αντιµετώπιση της κόπωσης, της ρουτίνας, της τυπικότητας στην προώθηση καθηκόντων, είναι όρος για την αντικειµενική και µε διαύγεια πρόβλεψη και κυρίως την αντιµετώπιση καµπών των κοινωνικών – οικονοµικών – πολιτικών εξελίξεων, σε συνθήκες επιδείνωσης του συσχετισµού της ταξικής πάλης.

Τέτοιες συνθήκες δεν µπορούν γενικά να αποκλειστούν για την επόµενη τετραετία, όπως βέβαια δεν µπορούν να αποκλειστούν και συνθήκες µιας απότοµης ανόδου της ταξικής πάλης, για τις οποίες φαίνεται να είµαστε κάπως πιο έτοιµοι, αφού από µόνες τους αυτές έχουν και το στοιχείο της ανάτασης.

Συνεπώς, το κύριο είναι η επαναστατική θεωρητική ιδεολογικοπολιτική θωράκιση να εκφράζεται και να αντιµετωπίζει προβλήµατα σε πιο σύνθετες συνθήκες όπου µπορούν να συνυπάρχουν απότοµες και απρόβλεπτες εξελίξεις και η παρέµβαση του εργατικού κινήµατος να µην είναι αντίστοιχη ή να υπάρχει ενδεχόµενο ακόµα µεγαλύτερης υποχώρησης του εργατικού κινήµατος, δυσκολία στην ανανέωση και διεύρυνση των κοµµατικών και ΚΝίτικων δυνάµεων, που και τώρα εκφράζεται σε κάποιες Οργανώσεις Περιοχής.

Σε όλα αυτά τα ζητήµατα θα κριθούµε ως ΚΕ και κυρίως η νέα ΚΕ µετά από το 21ο Συνέδριο και τις τελικές Αποφάσεις του.

 

 

29 ΔΕΚΕΜΒΡΗ 2020

Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΚΚΕ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΚΚΕ H ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΦΕΡΕΙ ΑΚΕΡΑΙΑ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΣΠΟΡΑ ΤΟΥ ΚΟΡΟΝΟΪΟΥ ΣΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ – ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Τα νέα περιοριστικά μέτρα στην Αττική, που αποφάσισε η κυβέρνηση, είναι αποτέλεσμα της δικής της επικίνδυνης πολιτικής, απ’ τη στιγμή που δεν πήρε κανένα ουσιαστικό μέτρο για την αντιμετώπιση της διασποράς της πανδημίας και για την προστασία της υγείας του λαού. Δεν είναι “κεραυνός εν αιθρία”.

Όλο το προηγούμενο διάστημα σωματεία υγειονομικών, αλλά και εργατικά σωματεία,   τόνιζαν την ανάγκη και διεκδίκησαν άμεσα και δραστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της διάδοσης του ιού. Η κυβέρνηση, όχι μόνο δεν πήρε τέτοια μέτρα, αλλά -σταθερά προσηλωμένη- στην εγκληματική λογική κόστους-οφέλους διαμορφώνει τις συνθήκες για να παίζουμε καθημερινά τη ζωή μας «κορώνα-γράμματα». Η κυβέρνηση ενοχοποιεί τώρα τις “ουρές” στα καταστήματα, που η ίδια άνοιξε, αυξάνοντας την κινητικότητα, χωρίς να πάρει ταυτόχρονα κανένα μέτρο προστασίας για την ασφαλή μετακίνηση στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Άνοιξε τα σχολεία, μέσα στο καταχείμωνο, με χειρότερους όρους από αυτούς που τα έκλεισε το Νοέμβριο.

Η αυστηρότητα της κυβέρνησης σταματάει έξω από τους μεγάλους χώρους δουλειάς και τις επιχειρήσεις όπου η κατάσταση είναι ανεξέλεγκτη. Τώρα πια καμιά «ατομική ευθύνη» δεν τη σώζει.

            Ο αποπροσανατολισμός της κυβέρνησης δε θα περάσει!

            Ο λαός της Αττικής γνωρίζει πολύ καλά από την ίδια του την πείρα ότι παρά τα επικοινωνιακά τερτίπια, η κατάσταση είναι αποτέλεσμα των κυβερνητικών πολιτικών επιλογών:

  • Η κυβέρνηση, ακόμα και τώρα που είμαστε στο «κόκκινο», δεν επιτάσσει τον ιδιωτικό τομέα Υγείας, και όταν λέμε επίταξη δεν εννοούμε φυσικά το “τάισμα” με ζεστό χρήμα στους κλινικάρχες.
  • Η κυβέρνηση δεν ενισχύει αποφασιστικά το δημόσιο σύστημα υγείας, με προσλήψεις υγειονομικού προσωπικού στα νοσοκομεία. Αντί να προχωρήσει σε ουσιαστική αναβάθμιση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, την απαξιώνει ακόμα περισσότερο. Την ίδια στιγμή η μετατροπή των νοσοκομείων σε νοσοκομεία “μίας νόσου” έχει δραματικές συνέπειες για την αντιμετώπιση των λοιπών σοβαρών ασθενειών (όπως ο καρκίνος κ.α.), με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την υγεία του πληθυσμού στο λεκανοπέδιο και όλη τη χώρα.
  • Η κυβέρνηση εμφανίζει ως μοναδική ελπίδα τον εμβολιασμό -που φυσικά πρέπει να γίνει μαζικά και με ασφάλεια- όμως την ίδια στιγμή δεν παίρνει κανένα ουσιαστικό μέτρο για την οργάνωσή του στις υποδομές που απαιτούνται. Αντίθετα φορτώνει ένα ακόμα καθήκον στα ήδη υπερκορεσμένα νοσοκομεία. Καταργεί δομές των ανεπαρκέστατων Κέντρων Υγείας στην Αττική, μετατρέποντας τα σε εμβολιαστικά κέντρα κι ακυρώνοντας χιλιάδες ραντεβού, όπως στην Ηλιούπολη, στη Φιλαδέλφεια-Χαλκηδόνα κ.α, με την κατάσταση να γενικεύεται σε όλη την Αττική.
  • Η κυβέρνηση δεν παίρνει μέτρα για την αποσυμφόρηση στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς που -ειδικά τις ώρες αιχμής- είναι πραγματικά “υγειονομικές βόμβες”. Η κατάσταση για όσους μετακινούνται με τις γραμμές του Μετρό και τις λεωφορειακές γραμμές, ειδικά αυτές που καλύπτουν μεγάλες αποστάσεις, είναι εκρηκτική.
  • Η κυβέρνηση δε στελεχώνει τις αρμόδιες κρατικές ελεγκτικές υπηρεσίες, έτσι ώστε να διενεργούνται συνεχώς έλεγχοι στους μεγάλους χώρους δουλειάς, στη βιομηχανία, στα μεγάλα εμπορικά καταστήματα κ.α. για τη λήψη και τήρηση όλων των αναγκαίων μέτρων προστασίας των εργαζομένων, αλλά και αυτών που πρέπει να ληφθούν σε περιπτώσεις επιβεβαιωμένων κρουσμάτων.

            Είναι άραγε τυχαίο ότι το τοπικό lockdown στην Αττική αφορούσε την περιοχή της Δυτικής Αττικής και γειτονικούς εργατικούς δήμους, όπου όλοι γνωρίζουν ότι λειτουργούν βιομηχανίες και άλλοι μαζικοί χώροι δουλειάς, όπου δε διασφαλίζονται οι αναγκαίοι όροι ασφάλειας των εργαζομένων σε συνθήκες πανδημίας και συνεπώς, αντικειμενικά, δημιουργείται το έδαφος για τη διασπορά του ιού και τη μεταφορά του στα λαϊκά σπίτια;

Όχι μόνο δεν είναι τυχαίο, αλλά για το ζήτημα αυτό δεν ακούμε κουβέντα από την κυβέρνηση και το μόνο που βλέπουμε είναι τα “πρωτόκολλα κερδοφορίας”.

Όσο περνάνε οι μέρες, τόσο πιο άβολο γίνεται για την κυβέρνηση το ζήτημα με τις καθυστερήσεις στην παράδοση των εμβολίων. Όλες οι κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης  καλλιεργούσαν κάλπικες ελπίδες ότι “τελειώσαν με την πανδημία”, χάρη στην «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη». Πίσω από εκεί προσπάθησε και η ελληνική κυβέρνηση να κρύψει τη γύμνια του δημόσιου συστήματος Υγείας. Αυτή είναι η αποκρουστική εικόνα του σάπιου συστήματος που στηρίζουν ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και τα άλλα αστικά κόμματα, όπου το φάρμακο και η υγεία είναι εμπορεύματα και μάλιστα πανάκριβα. Κατά τα άλλα στήνεται για άλλη μια φορά ο γνωστός σκυλοκαβγάς για το ποιος έχει τις μεγαλύτερες ευθύνες για την εκρηκτική κατάσταση στο ΕΣΥ, για την οποία όλοι έχουν βάλει το χέρι τους.

            Τα μόνα ουσιαστικά μέτρα που πήρε η κυβέρνηση είναι για να ενισχύσει τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους και να τους διευκολύνει να ξεζουμίζουν τους εργαζόμενους. Έκανε τη ζωή του λαού “κόλαση”, ο οποίος εκτός από την πανδημία, είχε να αντιμετωπίσει την ανεργία, τις απολύσεις, τις αναστολές σύμβασης, την εντατικοποίηση της εργασίας, την αγωνία για την επόμενη μέρα. Οδήγησε χιλιάδες αυταπασχολούμενους σε απόγνωση. Και μετά από όλα αυτά έχει το θράσος να συνεχίζει να κουνάει το δάκτυλο για την ατομική ευθύνη και να λαμβάνει μέτρα για την απαγόρευση των συναθροίσεων. Η κυβέρνηση προσπαθεί συστηματικά να στοχοποιήσει όσους κινητοποιούνται ενάντια στην αντιλαϊκή της πολιτική διεκδικώντας να ληφθούν μέτρα προστασίας για τον εργαζόμενο λαό, τηρώντας με ευλάβεια τα μέτρα.

            Το ΚΚΕ από την πρώτη στιγμή πρόταξε το ζήτημα της προστασίας της υγείας  και των δικαιωμάτων του λαού με συγκεκριμένες προτάσεις. Από την πρώτη στιγμή τόνισε ότι και κάτω από τις μάσκες ο λαός  μας έχει φωνή και δε μπορεί η πανδημία να λειτουργεί ως πρόσχημα για να επιβληθεί σιγή νεκροταφείου για τις εργατικές – λαϊκές διεκδικήσεις.

Τα εκατομμύρια των ασθενών και οι εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί σε όλον τον πλανήτη ανέδειξαν με τραγικό τρόπο την ανεπάρκεια των εμπορευματοποιημένων συστημάτων υγείας. Η εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας είναι τέτοια που οι επιπτώσεις της πανδημίας θα μπορούσαν να έχουν ελαχιστοποιηθεί. Όμως, ο καπιταλισμός βλέπει τα πάντα ως εμπορεύματα, ακόμα και ευαίσθητους τομείς όπως αυτούς του φαρμάκου, του εμβολίου και συνολικά της υγείας. Αυτός είναι ο πραγματικός και ορατός εχθρός από τον οποίο ο λαός πρέπει να απαλλαγεί.

            Απέναντι στην κατάσταση που διαμορφώνεται, ο λαός της Αττικής χρειάζεται να αντιτάξει την πάλη και την οργάνωση του αγώνα για την προστασία της υγείας και της ίδιας του της ζωής. Να δυναμώσει η αλληλεγγύη και η διεκδίκηση προκειμένου, έστω και τώρα, πριν φτάσουμε στο απροχώρητο και πριν θρηνήσουμε και άλλα πολλά θύματα, να αναγκάσει την κυβέρνηση ώστε:

            –Να ενισχυθεί αποφασιστικά το δημόσιο σύστημα Υγείας με μαζικές προσλήψεις υγειονομικού προσωπικού, με ενίσχυση των υποδομών και  ουσιαστική αναβάθμιση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.

–Να γίνουν μαζικά δωρεάν τεστ στον πληθυσμό και να υπάρξει κρατικός έλεγχος σε ευαίσθητους χώρους όπως γηροκομεία κ.α.

–Να επιταχθεί άμεσα ο ιδιωτικός τομέας της Υγείας και να ενταχθεί στον κρατικό σχεδιασμό.

–Να διασφαλισθούν οι επιστημονικές οδηγίες, τα σχέδια επαγγελματικού κινδύνου, και όλα τα μέτρα προστασίας στους χώρους δουλειάς. Να μη διανοηθεί να φέρει στη βουλή το τερατούργημα για τα εργασιακά και το συνδικαλιστικό νόμο.

–Να εξασφαλισθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να ανοίξουν με ασφάλεια τα πανεπιστήμια και τα σχολεία. Να αποσυρθεί αμέσως το απαράδεκτο νομοσχέδιο για τα πανεπιστήμια.

–Κανένας εργαζόμενος, επαγγελματίας χωρίς αξιοπρεπές εισόδημα.

–Έκτακτο επίδομα σε όλους τους ανέργους, χωρίς όρους και προϋποθέσεις.

 

ΑΘΗΝΑ 29/1/2021                            ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ

 

Πόσο χρήσιμη ήταν αυτή η ανάρτηση;

Κάντε κλικ σε ένα αστέρι για να το αξιολογήσετε!

Μέση βαθμολογία 0 / 5. Πλήθος ψήφων 0

Δεν υπάρχουν ψήφοι μέχρι τώρα! Γίνετε ο πρώτος που θα αξιολογήσει αυτήν την ανάρτηση.

About energinews (admin)

Ο Μανόλης Παπαδάκης γεννήθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1988 στο νησί της Κρήτης όπου ζει μέχρι και σήμερα. τελείωσε το λύκειο (ΤΕΕ) ηλεκτρολόγος αλλά παράλληλα ασχολήθηκε και με την μουσική και ιδιαίτερα με την παράδοση της Κρήτης. Επίσης ήταν για 6 χρόνια ηχολήπτης παραγωγός του ράδιο Βερενίκη 89.5 και από της 25 Απριλίου του 2019 είναι ραδιοφωνικός παραγωγός στο ράδιο Λασίθι 92.3 και είναι ιδιοκτήτης της ενημερωτικής ιστοσελίδας www.energinews.gr

View all posts by energinews (admin)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *